Σε ποιον λείπει αυτό το Πρωτάθλημα;

Τα γήπεδα γεμίζουν μόνον όταν πρόκειται να πέσει ξύλο, οι χορηγοί «την κάνουν», ενώ οι τηλεοπτικές μεταδόσεις των αγώνων αξίζουν (και πληρώνονται) όλο και λιγότερο. Ποιος, λοιπόν, να στενοχωρηθεί επειδή δεν ξεκίνησε το πρωτάθλημα;

Sportscaster

«Λυπούμαστε, κάτι δεν πήγε καλά…». Σαν το μαϊμουδάκι στο Διαδίκτυο, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού μάς ενημέρωσε -το απόγευμα της Πέμπτης- ότι η σύνδεσή μας με τη Σούπερ Λιγκ απέτυχε. Ε, και; Συνηθίσαμε, πια. Το Κύπελλο δεν τελειώνει, το Πρωτάθλημα δεν αρχίζει και, στα διαλείμματα του αθέατου αγώνα για την υπέρτατη επικράτηση στα κέντρα των αποφάσεων, παίζεται λίγο -ο Θεός να το κάνει- ποδόσφαιρο.

Τι δεν πήγε καλά; Αυτό που δεν πήγαινε και πέρυσι. Τότε που μας κόπηκε -για μερικές εβδομάδες- η σύνδεση με το Κύπελλο. Σύμφωνα με το… μαϊμουδάκι, «η αυξημένη αντιπαλότητα και το εξόχως τεταμένο κλίμα, μεταξύ της ΕΠΟ, της διοργανώτριας αρχής και σημαντικού αριθμού ομάδων, καθώς και η διάχυτη πεποίθηση του φίλαθλου κοινού περί αδιαφάνειας και μη ισονομίας ως προς τους όρους διεξαγωγής του πρωταθλήματος, γεγονός που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, καθόσον σφόδρα πιθανολογείται ότι η παραμικρή αφορμή μπορεί να πυροδοτήσει εκτεταμένες βίαιες συμπεριφορές». Η ανακοίνωση είναι «φωτοτυπία» εκείνης που, την περασμένη Ανοιξη, έβαζε τον Τελικό του Κυπέλλου στην κατάψυξη.

Τι φταίει; Πρώτα απ’ όλα, είναι… βλαμμένος ο σέρβερ. Μας κάνει νερά εδώ και χρόνια. Είναι και… πονηρούλης, εκτός από αδιόρθωτος. Οταν -τον περασμένο Απρίλιο- η FIFA και η UEFA στρίμωξαν την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία να εναρμονίσει τον κανονισμό λειτουργίας της Επιτροπής Δεοντολογίας της με τον διεθνώς ισχύοντα, είχαμε πιστέψει πως «καθαρίσαμε». Οτι, επιτέλους, το ποδόσφαιρο θα ξεβρώμιζε από τα στελέχη του που εμπλέκονται σε δικαστικές υποθέσεις. Αλλά, ο… ύψιστος της ΕΠΟ δεν είχε πει την τελευταία του λέξη.

Στις αρχές Αυγούστου, ο Γιώργος Γκιρτζίκης έθεσε σε εφαρμογή το μεγαλοφυές σχέδιό του. Αφού δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την «ενοχλητική» Επιτροπή, θα ξεφορτωνόταν τα «ενοχλητικά» μέλη της. Ετσι, άλλαξε τη σύνθεσή της. Μετέθεσε τους τακτικούς δικαστές που την απαρτίζουν, σε άλλα πειθαρχικά όργανα – και τανάπαλιν. Τόσο απλά. Τόσο αυθαίρετα. Ο ελεγχόμενος διάλεξε τους ελεγκτές του. Οποιος σκεφτεί κάποιο άλλο πιθανό κίνητρο πέρα από το προφανές -ότι το έκανε για να βγουν όλοι «λάδι»-, κερδίζει μια πρόσκληση για την πρεμιέρα του Πρωταθλήματος (που αναβλήθηκε).

Προσπερνώντας τις διαμαρτυρίες του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και του υφυπουργού Αθλητισμού, ο πρόεδρος Γκιρτζίκης προχώρησε στην (παρεμφερή) βλαχοπονηριά Νο 2. Ενώ είχε υποχρεωθεί να αποδεχθεί τη συμμετοχή της Σούπερ Λιγκ -δηλαδή όλων των ΠΑΕ- στη διοίκηση της διαιτησίας, περιέλαβε ξανά στους πίνακες των διαιτητών, αυτούς που σκανδάλισαν το προηγούμενο Πρωτάθλημα.

 

Πίστευε -στ’ αλήθεια- πως οι τρεις μεγάλοι «αντικαθεστωτικοί» σύλλογοι (Παναθηναϊκός, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) που τον έχουν στην μπούκα, δεν θα αντιδρούσαν; Πίστευε -στ’ αλήθεια- ότι το επτανησιακό πείσμα του Σταύρου Κοντονή θα πήγαινε πάσο σε αυτή την κοροϊδία; Πιστεύει -στ’ αλήθεια- ότι δεν θα μπλέξει άσχημα με τη FIFA και την UEFA, τις οποίες επίσης ξεγέλασε; Καρφί δεν του καίγεται. Στις τελευταίες ημέρες του καθεστώτος του, έχει αποφασίσει να κάνει το ποδόσφαιρο, Κούγκι.

Αλλά το πραγματικό, το «αιώνιο» πρόβλημα των ελληνικών γηπέδων, δεν είναι ο (κάθε) πρόεδρος της ΕΠΟ. Ποτέ δεν ήταν. Είναι οι σύλλογοι που τον αβαντάρουν. Οι ισχυροί παράγοντες που τον βοηθούν να εκλεγεί, κι έπειτα να κρατηθεί στη φαύλη εξουσία του. Με το αζημίωτο, βεβαίως. Για ένα φιλικό «σφυριγματάκι» του διαιτητή – και μια αντίστοιχη… εκδοροσφαγή του αντιπάλου. Για μια ευνοϊκή απόφαση των πειθαρχικών οργάνων. Για να έχουν «μπάρμπα στην Κορώνη». Για να μπορούν να κλέβουν τους συνεταίρους τους στη Λίγκα. Δηλαδή, το ίδιο τους το μαγαζί.

Το οποίο -δεν ξέρω αν το προσέξατε- πάει για φούντο. Τα γήπεδα γεμίζουν μόνον όταν πρόκειται να πέσει ξύλο, οι χορηγοί «την κάνουν», ενώ οι τηλεοπτικές μεταδόσεις των αγώνων αξίζουν (και πληρώνονται) όλο και λιγότερο. Πριν από μια δεκαετία, η Ελλάδα έπαιζε με τρεις ομάδες -την ίδια σεζόν- στους ομίλους του Champions League. Εφέτος, δεν θα έχει ούτε μια. Τα εγγυημένα εκατομμύρια της UEFA, αυτά που δηλητηρίασαν το ελληνικό πρωτάθλημα, δεν είναι -πλέον- διόλου εγγυημένα. Οι αλλαγές στο Champions League, από το 2018, θα τα κάνουν ακόμη πιο δυσπρόσιτα.

Οπότε, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; Αυτό το φτωχικό μαγαζάκι, η Σούπερ Λιγκ, που (σχεδόν) όλα τα αφεντικά του διαχρονικά απαξίωσαν -άλλος λίγο, άλλος πολύ- θα είναι η κυριότερη πηγή των εσόδων τους. Πρώτος, δεύτερος ή έβδομος, μικρή σημασία θα έχει. Το μέγεθος της πίτας θα κρίνει, τα δικά τους κομμάτια.

Πώς γίνεται να μεγαλώσει η πίτα; Στην Ελλάδα των μνημονίων -με την κουλτούρα της αρπαχτής στο DNA μας- είναι αστείο να προσδοκούμε ομάδες αστέρων και σούπερ θέαμα σε χλιδάτα γήπεδα. Αυτά, μόνο στην τηλεόραση. Αλλά το Πρωτάθλημά μας μπορεί να (ξανα)γίνει συναρπαστικό. Οπως τότε, στα μέσα της δεκαετίας των ’80s, που ο Παναθηναϊκός έπαιζε με τη Λάρισα, τον ΟΦΗ ή τον Ηρακλή μπροστά σε 70.000 κόσμο. Να βρουν οι Κυριακές μας, τη χαμένη τους αθωότητα. Να επιστρέψουν στο γήπεδο, το ενδιαφέρον, η συγκίνηση, η διασκέδαση, η χαρά. Να διαχυθεί στις εξέδρες η πεποίθηση πως όλα όσα συμβαίνουν στο τερέν, δεν κινούνται από κάποιο αόρατο χέρι. Να αποκτήσει το τρόπαιο του πρωταθλητή, τη συναισθηματική αξία και το γόητρο που στα δόλια χρόνια μηδενίστηκαν.

Δεν έχουμε ανάγκη την επιστήμη του αθλητικού μάνατζμεντ, για να αντιληφθούμε ότι το αβέβαιο αποτέλεσμα -ενός αγώνα ή ολόκληρου πρωταθλήματος- είναι το ακριβότερο ποδοσφαιρικό προϊόν. Αρκεί να κοιτάξουμε γύρω μας. Την τελευταία τετραετία, από τις 16 ομάδες που έφτασαν στους ημιτελικούς του Champions League, αγγλικές ήταν μόλις δυο. Στους τελικούς, καμία. Η Premier League δεν διαθέτει Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα ή Μπάγερν, όμως μετράει τα υψηλότερα -μακράν- έσοδα.

Για την τριετία 2016-2019, τα κανάλια Sky και ΒΤ θα καταβάλουν -για τηλεοπτικά δικαιώματα- συνολικά 5,1 δισεκατομμύρια λίρες. Περίπου 10 εκατ. λίρες για κάθε ματς. Οι χορηγοί της φανέλας θα δώσουν -όλοι μαζί- 226,5 εκατ. λίρες. Και στο τέλος της σεζόν, ο πρωταθλητής θα εισπράξει 156 εκατομμύρια λίρες. Αλλά και ο τελευταίος της βαθμολογίας, θα πάρει 99 εκατομμύρια. Είναι απίστευτο, αλλά συμφέρει περισσότερο να… σωθείς «στο τσακ» στην Αγγλία, παρά να τερματίσεις πέμπτος στην Ισπανία. Ο καθαρός, ανόθευτος ανταγωνισμός είναι αυτός που φέρνει το χρήμα. Σε πρώτη ανάγνωση, οι ισχυροί σύλλογοι της Premier League ζημιώθηκαν, που έχασαν τον τίτλο. Αλλά, αν το μελετήσουμε σε βάθος χρόνου, κέρδισαν πολύ περισσότερα που «άφησαν» την ασήμαντη Λέστερ να τον κατακτήσει.

Το «ελληνικό πρόβλημα» μπορεί να λυθεί μόνον από εκείνους που το προκάλεσαν: τους παράγοντες που έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Μέχρι να αντιληφθούν το αυτονόητο, αυτό το «τελειωμένο» στη συνείδηση των φιλάθλων πρωτάθλημα, που θα άρχιζε αυτό το Σαββατοκύριακο, καθόλου δεν θα μας λείψει. Προχθές το πρωί, για πρώτη φορά στα χρονικά, ένας υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης -ο αρμόδιος υπουργός- το χαρακτήρισε «κάλπικο» (με γραπτή δήλωσή του). Πρωτάκουστο. Κι όμως, όποιος περιηγήθηκε στο Διαδίκτυο ή πέρασε από το περίπτερο, μπορεί να μην το πήρε χαμπάρι. Μόνο μια αθλητική εφημερίδα έδωσε σημασία. Επειδή, απλούστατα, ο Σταύρος Κοντονής δεν μας είπε κάτι που δεν γνωρίζαμε ήδη.

protagon.gr

Categories