“Έφυγε” η Αγάπη Μιχάλη, η ιδιοκτήτρια ενός από τα δύο ιστορικά καφενεία της πλατείας Καλυβίων.

¨’Εφυγε” χθες , η Αγάπη Μιχάλη ιδιοκτήτρια του ενός από τα δύο κεντρικά καφενεία της πλατείας Καλυβίων
Αναδημοσιεύουμε κείμενο της Κατερίνας Μερκούρη που είχε φιλοξενηθεί στην ιστοσελίδας μας (17/10/16) ως ύστατο “αντίο”  σε ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας των Καλυβίων.

Το Καφενείο της Αγάπης (της Κατερίνας Μερκούρη)

“Χρόνια τα έβλεπα στην πλατεία δίπλα-δίπλα,λες και το ένα έπαιρνε ανάσα από το άλλο,το καφενείο της Αγάπης και του μπάρμπα Πέτρου.Άβατο για τις γυναίκες,ναός χαλάρωσης και απόλαυσης για τους άντρες!
‘Και γιατί δεν κάνει να’ρθω?’ ρωτούσα επίμονα τον πατέρα μου που κάθε βράδυ ακολουθούσε ευλαβικά το δρόμο για το καφενείο,που με τα’μαγικά’ του ήξερε να του παίρνει την καθημερινή κούραση και τις έγνοιες.
‘Δεν πάνε γυναίκες και κυρίως δεν πάνε παιδιά!’ μου απαντούσε κάθε φορά στην ίδια ερώτηση.’Δηλαδή απαγορεύεται?’….’εεε δεν απαγορεύεται,αλλά να, εγώ έρχομαι εκεί που κάθονται οι γυναίκες και πλέκουν?’ Η απάντησή του αν και δεν ικανοποιούσε την παιδική μου περιέργεια,ήταν το ανάχωμα ανάμεσα σε μένα και στο καφενείο.Ώσπου το πλήρωμα του χρόνου ήρθε και το μνημόσυνο της αγαπημένης γιαγιάς έγινε η αφορμή να μπω στον ναό της απόλαυσης!
Αναμφισβήτητα,στην κούρσα με το χρόνο,το καφενείο είχε βγει νικητής.Λες και το ρολόι είχε σταματήσει κάπου στο 1900,με τα μαρμάρινα τραπεζάκια,τους θαμώνες με τα άσπρα καβουράκια και τον τεράστιο καθρέφτη με τον παπαγάλο του Λουμίδη να μου υπενθυμίζει ότι αυτός και το καφενείο έχουν μια μακρόχρονη ερωτική σχέση! Η μυρωδιά του καφέ μου ‘σπασε την μύτη,την ίδια ώρα που ο ήχος από τα πούλια στο τάβλι έφτανε μελωδικός στ΄αυτιά μου,ενω το χαρακτηριστικό ‘εφτασεεεε’ του καφετζή,συμπλήρωνε μοναδικά το σκηνικό της ταινίας,όπου πρωταγωνιστούσαν ο ΄βαρύ γλυκός’ και τα ΄΄άφιλτρα σέρτικα Sante!’.
‘Θέλω να ξανάρθω!’ είπα αποφασιστικά στον πατέρα μου που με κρατούσε απ’το χέρι στο δρόμο για το σπίτι.’Αν θέλεις,έλα κι εσύ εκεί που κάθονται οι γυναίκες και πλέκουνε,αλλά θα σου πω ένα μυστικό…κάνουν πως πλέκουν,αλλά όλο μιλάνε!’ Του είπα με ύφος συνομωτικά θριαμβευτικό.
….’αμ λες να μην το ξέρω?’ μου απάντησε αποστομοτικά!

Η φωτογραφία του καφενείου είναι του 1956, της Αργυρ.Τσεβά – Άλφα.

 

Categories