Φάκελοι πολιτικών φρονημάτων: Οταν το τραυματικό παρελθόν έγινε στάχτη για να ξεχαστεί κακήν κακώς

Ιωάννα Σωτήρχου

Με αφορμή το εξαιρετικά διαφωτιστικό βιβλίο του ιστορικού Β. Καραμανωλάκη «Ανεπιθύμητο παρελθόν» (εκδ. Θεμέλιο) για την καύση των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων από τη συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΣΥΝ το 1989, η «Εφ.Συν.» δίνει τον λόγο στη δημοσιογράφο Ελένη Καρρά που παρέλαβε τους φακέλους των αγωνιστών γονιών της.
Συγκλονιστική για τις αποκαλύψεις και για το βάθος των συναισθημάτων που εκτέθηκαν ήταν η παρουσίαση του βιβλίου «Ανεπιθύμητο παρελθόν» για τους φακέλους κοινωνικών φρονημάτων στον 20ό αιώνα και την καταστροφή τους, του επίκουρου καθηγητή Ιστορίας και στελέχους των ΑΣΚΙ Βαγγέλη Καραμανωλάκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο.

Το ερώτημα που διαπερνά το βιβλίο αφορά τους λόγους που οδήγησαν στην καύση των φακέλων που διατηρούνταν στην Ασφάλεια, με απόφαση της συγκυβέρνησης Ν.Δ.-ΣΥΝ, στις 30 Αυγούστου του 1989, ένα γεγονός στο οποίο η συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας είτε συναίνεσε σιωπηρά είτε αδιαφόρησε, με μοναδική σχεδόν αντίρρηση να προβάλλουν οι ιστορικοί, για λόγους διατήρησης της ιστορικής μνήμης ωστόσο και όχι απόδοσης δικαιοσύνης στα θύματα, όπως συνέβη σε άλλες χώρες.

Η πλέον μαζική καταστροφή τεκμηρίων διεθνώς, που είχαν αφήσει ως κληρονομιές τα αυταρχικά καθεστώτα της χώρας μας, έγινε τρεις μήνες πριν από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που σάρωσαν τις σοσιαλιστικές χώρες, ανατρέποντας τις ψυχροπολεμικές ισορροπίες στον πλανήτη.


Ποιος δεν ήθελε να θυμάται; Ποιους βόλευε η αμετάκλητη σιωπή που επέβαλε η πυρά;

● Στον φόβο, ατομικό και συλλογικό, που αναπαράγει το ανελεύθερο καθεστώς εστίασε ο πρόεδρος του εφορευτικού συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Σταύρος Ζουμπουλάκης. Αναφέρθηκε στην γκρίζα ζώνη, αυτή των θυτών που δεν είναι επαγγελματίες πληροφοριοδότες, χαφιέδες αλλά ρουφιάνοι, συνάδελφοι, γείτονες, συμφοιτητές, θυρωροί, περιπτεράδες, ταξιτζήδες που συμπληρώνουν τους φακέλους και φοβούνται την αποκάλυψη επιδιώκοντας τη συγκάλυψη από τον φόβο μην το μάθουν τα παιδιά τους ή μήπως τους ζητηθούν διεκδικήσεις εκ μέρους των θυμάτων που διώχτηκαν, υπέφεραν, θανατώθηκαν. Αλλά και τα θύματα φοβούνται, «ποιος δεν θα φοβόταν τι μπορεί να περιέχει ο φάκελός του που είχε συγκροτηθεί ερήμην του;», αναρωτήθηκε. Και κατέληξε: «Στην ομόθυμη επικρότηση της καύσης των φακέλων βλέπουμε μια κοινωνία που φοβάται το παρελθόν, και το φοβάται επειδή δεν το έχει αντιμετωπίσει, δεν έχει συζητήσει γι’ αυτό. Η πολιτική μπορεί να απομακρύνει τον φόβο, αλλά όχι και να τον εξαλείψει. Η λύση, σε πολιτικό επίπεδο, είναι το κράτος δικαίου. Ομως δεν αρκούν οι κανόνες δικαίου, χρειάζεται και το κουράγιο να αντιμετωπίσεις την αλήθεια, και στην Ελλάδα, η περίπτωση της καύσης των φακέλων δείχνει ότι το κουράγιο αυτό μας έχει λείψει»…

◼ Ενα παρελθόν ιδεολογικής επιτήρησης που από ό,τι αποκαλύφθηκε όχι μόνο μπορεί να μην τελείωσε το 1989, αφού οι τεχνολογικές εξελίξεις παρείχαν νέα μέσα, αλλά παραμένουν ακόμη και σήμερα απρόσιτα αρχεία: σύμφωνα με τον ιστορικό Στρατή Μπουρνάζο, δεν ξέρουμε τι απέγιναν τα Αρχεία της Στρατιωτικής Υπηρεσίας που επίσης συγκέντρωνε πληροφορίες για τους πολίτες και τον «εσωτερικό εχθρό». Επιπλέον κανείς δεν έχει προσεγγίσει ακόμη τα αρχεία της διαβόητης Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ), όπως συμπλήρωσε ο συντονιστής της συζήτησης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρόεδρος των ΑΣΚΙ Ηλίας Νικολακόπουλος.

◼ Ανατριχιαστική στην έκτασή της η αστυνόμευση του φρονήματος, το φακέλωμα, τόσο στη χρονική διάρκεια όσο και στο εύρος του πληθυσμού που αφορούσε, όπως ανέδειξε η λέκτορας Ιστορίας Δήμητρα Λαμπροπούλου. Το 1989 καταστράφηκαν 17.500.000 φάκελοι, δηλαδή αντιστοιχούσαν σχεδόν δύο φάκελοι σε κάθε ζωντανό πολίτη της χώρας, αλλά ήταν ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Γιάννης Σκουλαρίκης που φανέρωσε τη μαζικότητα αυτής της πρακτικής, δηλώνοντας το 1984 ότι στα αρχεία του κράτους υπήρχαν περισσότεροι από 40 εκατομμύρια φάκελοι πολιτών, για την ακρίβεια ήταν 41.358.906! Μια πρακτική που «εγκαινιάζεται» στον Μεσοπόλεμο, το 1938, επί Μεταξά με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους, συγκέντρωση πληροφοριών που πυκνώνει στη συνέχεια με τα έκτακτα μέτρα του Εμφυλίου και το 1948 μετασχηματίζεται στις δηλώσεις νομιμοφροσύνης, για να φτάσουν οι υπηρεσιακοί φάκελοι να αφορούν στη δικτατορία από την άκρα Αριστερά μέχρι τη βασιλόφρονα Δεξιά.

◼ Με τις πληγές ακόμη ανοιχτές για όσα φρικτά δεν άντεξαν, το άνοιγμα των φακέλων ήταν επίσης ανεπιθύμητο και για μερικά από τα θύματα, καθώς η λέξη μαρτύριο αδυνατεί να περιγράψει τα όσα υπέστησαν οι εξόριστοι στη Μακρόνησο, εκ των οποίων σχεδόν το 90-95% των ανθρώπων υπέκυψαν υπογράφοντας δήλωση. Κάτι για το οποίο διασύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν καθώς οι δηλώσεις τους όχι απλώς δημοσιεύονταν στον Τύπο της εποχής, αλλά διαβάζονταν και στην εκκλησία του τόπου κατοικίας τους. Χώρια η αποδοκιμασία από τους ίδιους τους τους συντρόφους. Διόλου τυχαία χαρακτηρίστηκε «όπλο συντριβής» της προσωπικότητας του δηλωσία. Εχοντας υποστεί αυτό το απάνθρωπο και ηθικό λιντσάρισμα ποιος να θέλει ακόμη να θυμάται, όπως αποκάλυψε ο ιστορικός Στρατής Μπουρνάζος, παρατηρώντας ότι η διατήρηση των φακέλων θα ήταν χρήσιμη όχι τόσο για τα υποκείμενα της παρακολούθησης όσο για τον μηχανισμό παρακολούθησης, κάτι που ανιχνεύεται μόνο στους 2.000 φακέλους σημαντικών προσωπικοτήτων του πολιτισμού, της πολιτικής και του αγώνα για δημοκρατία που διασώθηκαν για ιστορικούς λόγους.


◼ Στη διαχείριση του τραύματος και τα πολλαπλά τραύματα που συνεπάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος αναφέρθηκε ο ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής και υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Πλουμπίδης, δίνοντας τις αντιστοιχίες με άλλες χώρες και τον τρόπο που εκεί διαχειρίστηκαν το δικό τους τραυματικό παρελθόν. «Αντίθετα στην Ελλάδα, οι φάκελοι το 1989 είχαν ήδη χάσει πλέον ένα μέρος της επικαιρότητάς τους», παρατήρησε, καθώς είχε εν τω μεταξύ νομιμοποιηθεί το ΚΚΕ και καταργήθηκε το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από την κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή μετά την πτώση της χούντας, το 1982 επί ΠΑΣΟΚ αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση και μετέπειτα από τη συγκυβέρνηση Ν.Δ.-Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου αποκαταστάθηκε η περίοδος του Εμφυλίου με νόμο για την άρση των συνεπειών του, «οπότε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού δικαιώθηκε χωρίς να χρειαστούν οι φάκελοι. Το ασφαλές έδαφος στο οποίο χρειάζεται να πατήσει κανείς για να ξεκινήσει τη διαδικασία και να ξεπεράσει ένα τραύμα είχε ήδη επιτευχθεί (…) Αρα η χρήση των φακέλων ως υλικού δικαίωσης στην Ελλάδα δεν ίσχυσε. Κι έτσι, μεγάλο μέρος του πληθυσμού μπόρεσε να δει την καύση των φακέλων ως κάθαρση», παρατήρησε, παραδεχόμενος ωστόσο ότι ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει πλήρης επούλωση του τραύματος.

Με αυτό το τραυματικό παρελθόν, της μεταπολεμικής κυρίως Ελλάδας, το οποίο την ώρα της αποδοχής του καταστράφηκε ως ανεπιθύμητο, καταπιάστηκε ο συγγραφέας αφήνοντας τη γενναιοψυχία του να εκδηλωθεί όταν μίλησε για το «μετέωρο μιας γενιάς», της γενιάς των γονιών του, «που πέρασαν από τις κρεατομηχανές της Ιστορίας, αλλά παρ’ όλα αυτά έδωσαν στα παιδιά τους τον χώρο για να μετατρέψουν την Ιστορία όχι σε σιωπή, αλλά σε λόγο. Εναν λόγο ευσπλαχνίας, αγάπης και κατανόησης γι’ αυτούς που έφυγαν και γι’ αυτούς που έμειναν».

«Είμαι περήφανη που είχα γονείς… με φακέλους»
Μαρτυρία: Ελένη Καρρά, δημοσιογράφος και μεταφράστρια
«Οι φάκελοι αυτοί καταγράφουν κάθε στάδιο της προσπάθειας να τσακίσεις έναν άνθρωπο»: η συνάδελφος και μεταφράστρια Ελένη Καρρά, που μας το λέει, είναι από αυτούς που παρέλαβαν τους διασωθέντες φακέλους των γονιών της. Κόρη δύο σημαντικών πολιτικών προσώπων της Αντίστασης, οι φάκελοι των οποίων διασώθηκαν της πυράς για ιστορικούς λόγους και απασχόλησαν και το βιβλίο.

Μοιράζεται μαζί μας μερικά έγγραφα από το περιεχόμενο των φακέλων που παρέλαβε και κυρίως την εμπειρία της από την απόκτησή τους, αποκαλύπτοντας τις βόμβες που έκρυβαν τα κρατικά αρχεία για τους ΙΔΕΟΛΟΓΟΥΣ γονείς της – όπως με κεφαλαία γράμματα τους περιέγραφαν οι διώκτες τους, λες και τόνιζαν την κατηγορία σε βάρος τους, για να γίνουν κυριολεκτικά τα λόγια του Αριστόβουλου Μάνεση για τον «εσωτερικό εχθρό» που διωκόταν «σαν επικίνδυνος επειδή ακριβώς δεν είναι δυνατό να διωχθεί σαν ένοχος».


Ανεπιθύμητο παρελθόν δεν λες τίποτα. Οσο άρτιο το βιβλίο ως αφήγημα και ως ιστορική έρευνα, άλλο τόσο επιτυχημένος και ο τίτλος του. Ανεπιθύμητο, σίγουρα. Στον αντίποδα, δηλαδή, του επιθυμητού, της επιθυμίας, της ζωής – μια ιστορία που κανείς δεν θα επιθυμούσε να κουβαλάει μέσα του, ένα τραύμα βαθύ και ανεπούλωτο. Για ποιους όμως; Για τους πρωταγωνιστές, προφανώς, εκείνους των οποίων οι φάκελοι ακολουθούν και καταγράφουν με σχολαστική, γραφειοκρατική ακρίβεια κάθε τους πράξη, δράση και σκέψη για δεκαετίες, για μια ολόκληρη ζωή. Ομως και για μας, τα παιδιά τους, και ίσως ακόμα και για τα παιδιά των παιδιών τους, ένα παρελθόν φακελωμένο, χαραγμένο στο πολιτικό μας γονιδίωμα.

Κι όμως, ένα παρελθόν για το οποίο θα μπορούσαμε να είμαστε περήφανοι. Κι όχι γονυπετείς. Αλλά προφανώς τα χτυπήματα ήταν βαριά, η προσπάθεια να καμφθεί το ηθικό αμείλικτη, πολλοί δεν άντεξαν και υπέγραψαν, κάποιοι άντεξαν και έγιναν ήρωες, όμως τους ήρωες τους ονοματίζουν η υστεροφημία και οι θρύλοι, στην καθημερινή ζωή υπήρξαν άνθρωποι τσακισμένοι – κι οι φάκελοι αυτοί καταγράφουν κάθε στάδιο της προσπάθειας να τσακίσεις έναν άνθρωπο. Και την έκπληξη όταν παρ’ όλα αυτά, αυτός αντέχει – για τον Νίκο Καρρά, σε κάποιο έγγραφο αναφέρεται εκτός από τη μονότονη επωδό «αναρχικός κομμουνιστής εχθρός του κράτους» η διαπίστωση ότι τελικά, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος αφού ακόμα επιμένει στις αντεθνικές ιδέες του – είναι, εν τέλει, (με κεφαλαία) ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ!

Για τη Μαρία Καρρά (ο ευγενής και πλήρως ενημερωμένος για τη ζωή ολόκληρης της οικογένειάς μου αστυνομικός που μου παραδίδει τους φακέλους παρατηρεί πόσο παχύς είναι ο δικός της φάκελος) το ίδιο. Ζητείται να τους αφαιρεθεί η ιθαγένεια. Ακολουθούνται για χρόνια οι μετακινήσεις τους από τις φυλακές στα νησιά, από την παρανομία στην εξορία, κάπου τους χάνουν και βραχυκυκλώνουν –ειδοποιήστε το τάδε τμήμα ότι δεν βρίσκεται πια στην περιοχή μας, μήπως βρίσκεται στη δική σας;– μέχρι να καταλάβουν ότι έχουν διαφύγει στο εξωτερικό (δικτατορία).

Οταν παραλαμβάνω τους φακέλους πολιτικών φρονημάτων των γονιών μου, τους ανοίγω με φόβο και δέος. Και με ακόμα μεγαλύτερο φόβο αγγίζω τους «συμπληρωματικούς» φακέλους, εκείνους που, λίγους μήνες μετά την πρώτη παραλαβή, μου παραδίδονται ως απόρρητοι. Για τους γονείς μου τελικά, δεν διαβάζω τίποτα που δεν ήξερα. Για τον κόσμο τους όμως, κρύβουν κάποιες μικρές βόμβες.

Ορισμένες αποφάσεις παρακολούθησης και σύλληψής της μητέρας μου υπογράφονται από τον θείο της, τον άνθρωπο που τη μεγάλωσε και ήταν ο κηδεμόνας της, τον «θείο τον Γιαννάκη» – γενικό διευθυντή, εκείνη την εποχή, της αστυνομίας Πειραιά.


Αργότερα, λέει το οικογενειακό αφήγημα, ο υπουργός κάλεσε τον θείο τον Γιαννάκη και τον «ξήλωσε» λέγοντας: «Δεν είσθε σε θέση, κύριε, να ελέγξετε τρία παλιοκόριτσα (τη μάνα μου και τις δύο αδερφές της) μέσα στο ίδιο σας το σπίτι και θα ελέγχετε ολόκληρο τον Πειραιά;». Ομως υποτίθεται ότι ο θείος ο Γιαννάκης δεν ήξερε τίποτα για τη σύλληψη της μητέρας μου στην Αθήνα – άσε που κι όταν βρέθηκε να «φιλοξενεί» για κάποιο διάστημα τις ανιψιές του στα κρατητήρια του Πειραιά, διαβεβαίωνε τη γυναίκα του, αδερφή της γιαγιάς μου, ότι «μην ανησυχείς Φιλίτσα μου, τα προσέχω τα κορίτσια, τα έχω σε άνετα κελιά» (που αν θυμάμαι καλά από τις διηγήσεις, ήταν 1 επί 1 και χωρίς τουαλέτα, στην ταράτσα, να ψήνονται κάτω απ’ τον ήλιο – αλλά ίσως και να τα μπερδεύω με διηγήσεις για άλλα κελιά).

Κι άλλες μικρές αποκαλύψεις, που αναρωτιέμαι αν οι γονείς μου τις φαντάζονταν, και τι θα έλεγαν αν διάβαζαν οι ίδιοι αυτούς τους χοντρούς, ψυχρούς φακέλους της ζωής τους.

Στην αναμονή, πάντως, για να τους παραλάβω, έπεσα πάνω σ’ έναν παλιό γνωστό, «μακρυμάλλη και ροκά» και τότε και σήμερα (με άσπρη πλέον χαίτη) της δεκαετίας του ΄80, με τον οποίο και διακοπές μαζί είχαμε πάει – και αν δεν κάνω λάθος, από την παγωμένη του αντίδραση όταν του μίλησα, τον σεβαστικό χαιρετισμό των υπαλλήλων του υπουργείου Δημόσιας Τάξης και το καρτελάκι με την ιδιότητά του, μπορεί και να μην ήταν απλός επισκέπτης του υπουργείου σαν εμένα, και ίσως να είχε βάλει και το λιθαράκι του για να μη μείνουν κενά στους φακέλους των νεοτέρων.

Σίγουρα, και ακόμα περισσότερο μετά την ανάγνωση των φακέλων, είμαι περήφανη που είχα γονείς… με φακέλους! Κι ας κουβαλάω κι εγώ βαριά, όπως νομίζω και οι περισσότεροι, αυτό το δύσκολο και άγριο παρελθόν – το ανεπιθύμητο. Ας το ανοίξουμε λοιπόν, να το δούμε και να το συζητήσουμε, μήπως και πάψει να στοιχειώνει τα όνειρα κι όσων ακόμα δεν το έζησαν και ούτε το γνωρίζουν.

Ποιοι ήταν οι γονείς της;
Η μητέρα της Μαρία Σταματιάδου-Καρρά πρώην Μουρατίδου (1925-2009) ήταν παλαιό στέλεχος της ΕΔΑ, γνωστή για την αντιστασιακή της δράση την οποία περιγράφει στα βιβλία της «Επονίτισσα» και «Εμείς οι Απέξω», αλλά και για τους αγώνες της για τα δικαιώματα των γυναικών, διετέλεσε μετά το 1982 αντιδήμαρχος Αθήνας και σύμβουλος του υπουργού Υγείας και Πρόνοιας Γιώργου Γεννηματά.

Ο πατέρας της Νίκος Καρράς (1922-2008) ήταν δημοσιογράφος, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, από τους νεότερους καπετάνιους του ΕΛΑΣ. Υπήρξε από τα ηγετικά στελέχη που πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του ΚΚΕ εσωτερικού. Εχει γράψει το βιβλίο «Το πραγματικό κίνημα ή Για ποια Αριστερά μιλάμε» (εκδ. Οδυσσέας, 1987).

efsyn.gr

Categories