«Τα χρόνια των ξενοδοχείων» του Γιόζεφ Ροτ

Ο αδρός ρεαλισμός και η οξεία ιστορική αίσθηση του Γιόζεφ Ροτ (1894- 1939) για το τέλος των εποχών και των καθιερωμένων πραγμάτων σφραγίζουν το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ», αλλά αφήνουν έντονο το ίχνος τους και στα δημοσιογραφικά άρθρα τα οποία συγκεντρώνονται στον τόμο «Τα χρόνια των ξενοδοχείων. Περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου.

Γεννημένος το 1894 στην ανατολική Γαλικία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας (σήμερα ανήκει στην Ουκρανία), ο Γιόζεφ Ροτ έζησε έναν πολυτάραχο και πολυταξιδεμένο βίο και πέθανε σε ηλικία 45 ετών στο Παρίσι από προχωρημένο αλκοολισμό. Βυθισμένος στη θαμπή και παραισθητική ατμόσφαιρα του αλκοόλ είναι και ο κεντρικός ήρωας του «Εμβατηρίου Ραντέτσκυ» (1932), του σημαντικότερου μυθιστορήματος του Ροτ, που μιλάει για τη φθορά, την παρακμή και τον θάνατο της Αυστροουγγαρίας λίγο προτού ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

«Τα χρόνια των ξενοδοχείων» αποτελούνται από κείμενα που δημοσιεύτηκαν στον γερμανόφωνο Τύπο μεταξύ 1920 και 1930 και είναι βαθιά διαποτισμένα από το μεσοπολεμικό πνεύμα, παρακολουθώντας, όπως και το «Εμβατήριο Ραντέτσκυ», από τη μια πλευρά τη βαθμιαία υποχώρηση του παλαιού κόσμου και από την άλλη τη γέννηση και το ρίζωμα των καινούργιων φαινομένων, που ρίχνουν ήδη βαριά τη σκιά τους στον καθημερινό περίγυρο. Ο Ροτ θα ξεκινήσει από την Αριστερά, υπογράφοντας τα άρθρα του ως «Κόκκινος Ροτ», για να καταλήξει, μετά την επίσκεψή του στη Σοβιετική Ένωση, το 1926, φιλομοναρχικός, αλλά θα διατηρήσει το αποστασιοποιημένο βλέμμα του και την ανεξαρτησία της ματιάς του σε όλο το μήκος της αρθρογραφίας του.

Ταξιδεύοντας από τη Βαλτική, το Αμβούργο, τη Βιέννη, τη Μασσαλία και την Πολωνία μέχρι τον Βόλγα, τη Γαλικία και τα Τίρανα, και μένοντας πάντοτε σε ξενοδοχείο, ο Ροτ σπεύδει να απαθανατίσει στα κομμάτια του τα πιο διαφορετικά στιγμιότυπα από τη μεσοπολεμική ζωή της Ευρώπης. Και ο λόγος του είναι λιγότερο πολιτικός και περισσότερο ποιητικός: ένας άντρας που διαβάζει μέσα στο τρένο εφημερίδα και ο παρατηρητής-συγγραφέας ξέρει πως δεν θα κοιτάξει ποτέ τη δική του στήλη, ένας κομψευόμενος ταξιδιώτης που χάνει ξαφνικά την αυτοπεποίθησή του εξαιτίας μιας ασήμαντης αφορμής, ένας κατά φαντασίαν εκατομμυριούχος που κοκορεύεται ασύστολα, ένας πορτιέρης που δικαιούται τον χαιρετισμό μας, ένα ξενοδοχείο που αποκτά τις διαστάσεις ολόκληρου σύμπαντος με τους ανθρώπους του (τον μάγειρα, τον γέρο σερβιτόρο και τον υποδειγματικό ρεσεψιονίστ) να γίνονται κάτι σαν μυθιστορηματικοί ήρωες. Και μετά είναι το γενικότερο περιβάλλον: ο πυρετός του πετρελαίου στη Γαλικία και τον Βόλγα, οι τσιγγάνες και οι ποικίλης καταγωγής πρόσφυγες καθώς τριγυρίζουν στην Ευρώπη ή η παραγωγή γούνας στο Αστραχάν. Και κοντά σε αυτά, η εξύμνηση της φύσης και των ταξιδιών, ο συναρπαστικός ήχος της ατμομηχανής, τα ναρκωτικά, η παραλυτική ομορφιά των θλιμμένων γυναικών, η βλακώδης περιφορά των τουριστών ανάμεσα σε μνημεία για τα οποία δεν καταλαβαίνουν το παραμικρό, η φρίκη του πολέμου (παρελθούσα και επερχόμενη), οι ταξικές και οι κοινωνικές αντιθέσεις, διάχυτες σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο, οι δημοσιογράφοι που κρύβουν ή παραποιούν τις πραγματικές ειδήσεις, αλλά και οι προσδοκίες ή οι απογοητεύσεις των πολιτών της Ευρώπης, όπου κι αν μείνουμε ή αν σταθούμε.

Με γοργά εναλλασσόμενα πλάνα, με γλώσσα που ανακαλύπτει τις αόρατες διασυνδέσεις των λέξεων, με την ικανότητα να μεταμορφώνει μια κοινή εικόνα σε ποιητικό συμβάν, καθώς και με μια μεγάλη γκάμα χρωμάτων, όταν πρόκειται να μιλήσει για χώρες που ανήκουν γεωγραφικά στην Αλβανία, αλλά βρίσκονται πολύ μακριά από τη λογική και το κλίμα της Δύσης, όπως η Ρωσία ή η Ευρώπη, ο Ροτ αποδεικνύεται στα «Χρόνια των ξενοδοχείων» κάτι πολύ παραπάνω από δημοσιογράφος και ταξιδιώτης: μια χορδή που πάλλεται αμέσως μόλις κάτι την κεντρίσει, μια φωνή που είναι έτοιμη να αποκτήσει άπειρες εσωτερικές διακυμάνσεις με το πρώτο εξωτερικό (ας είναι κι εντελώς τυχαίο) ερέθισμα.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Categories