“Φωτογραφίζω για να συντηρώ τη ζωή”-Ο Χιλιανός φωτογράφος Claudio Pérez “στήνει” τοίχους μνήμης…

“Φωτογραφίζω γιατί αγαπώ να ζώ με τη μνήμη. Χρειάζομαι εικόνες για να μη τη χάσω. Είναι κάτι σαν…οπτική αρχαιολογία. Οι αρχαιολόγοι σκάβουν, βρίσκουν σορούς και απ΄ αυτές…μελετούν τις ζωές των ανθρώπων, τους χρόνους, τα γεγονότα… Η εικόνα γεννιέται από τον ίδιο το θάνατο ως παράταση ζωής. Είναι μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα σ΄ εμάς και σ΄ αυτό που οι άνθρωποι υπήρξαν…διασώζω έτσι τη μνήμη. Είναι πιο σημαντικό κι απ΄ την ίδια τη ζωή…”.

Ο 63χρονος φωτογράφος και ακτιβιστής Claudio Pérez από το Σαντιάγκο της φλεγόμενης (και σήμερα) Χιλής, βρέθηκε χθες το βράδυ στην παγωμένη Θεσσαλονίκη με αφορμή τη συμμετοχή του στην 7η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης που εξελίσσεται στο Μουσείο Φωτογραφίας στο Λιμάνι (στους χώρους του εκτίθενται φωτογραφίες του απο την εμβληματική εγκατάσταση “Ο τοίχος της μνήμης” – στη γέφυρα Bulnés του Σαντιάγο (2001)- και απο τις σειρές «Αγνοούμενοι» και «Φυλακές», 1994-2004).

“Μuy frio” (πολύ κρύο). Στο Σαντιάγκο έχει σήμερα 35 βαθμούς. Μοιάζουμε όμως πολύ.Στα μαλλιά, στο σώμα. Ίδιοι είμαστε,” είπε για να…ζεστάνει το… παγωμένο κλίμα στο υγρό Λιμάνι της Θεσσαλονίκης, χαιρέτησε θερμά -“Λατινοαμερικάνικα” τους παριστάμενους και ξεκίνησε να διηγείται την ιστορία των χρόνων του με…εικόνες.

“…Γεννήθηκα τη χρονιά που εκτοξεύτηκε ο Σπούτνικ… Ο πατέρας μου ήταν πάντα λογιστής και η μητέρα μου νοικοκυρά… – Να, αυτοί (δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία)… Κι΄ εδώ, είναι η μέρα της πρώτης μου μετάληψης. Σε λίγες μέρες ξέσπασε το πραξικόπημα στη Χιλή. Εγώ ήμουν ούτε 15 χρονών…(δείχνει κι΄ άλλη ασπρόμαυρη φωτογραφία). “Κανείς δε φανταζόταν ότι θα ακολουθούσε αυτή η εκατόμβη…”.

“…Έφυγα από τη Χιλή με πέντε φίλους μου με προορισμό το…ελεύθερο Παρίσι. Θα πηγαίναμε οδικά μέσω της Βραζιλίας κι΄ από κεί θα φτάναμε στην Ευρώπη – λαθραία μ΄ένα εμπορικό πλοίο. Δεν τα κατάφερα. Έμεινα στη Βραζιλία. Πέντε χρόνια. Στη Χιλή ήταν όλα γκρίζα κι΄ εμείς, ήμασταν νέοι και…ποιητές. Έκοβα φωτογραφίες από εφημερίδες ψάχνοντας να βρώ τους οικείους μου. Φωτογράφιζα τις διαδηλώσεις από τις εικόνες της τηλεόρασης, τις εμφάνιζα κι΄ έψαχνα τους δικούς μου.. Ένοιωθα έτσι παρών… -έστω εξ΄ αποστάσεως, αλλά, έπρεπε να επιστρέψω. Πίστευα πως ο Πινοσέτ δεν θα έπεφτε χωρίς εμένα… Επέστρεψα στη Χιλή ως…φωτορεπόρτερ με πλαστό δελτίο διαπίστευσης, με πλαστή σφραγίδα που φτιάξαμε από λιωμένη πίσα πάτου παπουτσιών… Την έχω ακόμα εκείνη την ταυτότητα του “διαπιστευμένου” ανταποκριτή… Από φωτογραφία δεν είχα ιδέα”.

Μίλησε με εικόνες και λέξεις για το…ασπρόμαυρο φίλμ που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά (ως …”επαναστατική πράξη”), για τις μητέρες των αγνοουμένων πολιτών που φωτογράφισε, για μια γενιά φωτογράφων που “γεννήθηκαν” στούς δρόμους των εξεγέρσεων, για την προσπάθειά του να …ρίξει τον Πινοσέτ με φωτογραφίες, για τους πυροβολισμούς στους δρόμους, για την πρώτη του αμοιβή, όταν πούλησε τις φωτογραφίες του το 1984 σε μια μεξικανή δημοσιογράφο και την αγορά με το αντίτιμο δεκάδων … φίλμ και ενός βιβλίου ..του “πατέρα” της φωτο-δημοσιογραφίας Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, για τους νεκρούς στους δρόμους, τους χιλιάδες αγνοούμενους για τη Χιλή που μετά την πτώση της δικτατορίας αρνούνταν να…θυμηθεί οτιδήποτε και την πρώτη του έκθεση, με τίτλο “Χιλή η οξειδωμένη μνήμη” με πορτρέτα μητέρων αγνοουμένων,εικόνες φυλακών. κ.α., που εμπνεύστηκε μόλις το 1997 σε ένα ταξίδι του στη Μόντενα της Ιταλίας – εκεί που οι πολίτες τιμούσαν τη μνήμη των παρτιζάνων του Β΄Παγκοσμίου πολέμου – πενήντα και πλέον χρόνια πριν και “στη Χιλή, το πιο αναπτυγμένο κράτος της Λατινικής Αμερικής -είχαμε αναγείρειτην ανάπτυξη με υλικά λήθης”, όπως είπε.

Μίλησε για το σχέδιο συγκέντρωσης των φωτογραφιών των αγνοουμένων της χιλιανής δικτατορίας (συγκέντρωσε συνολικά 967 πορτρέτα από το σύνολο των 1.197 καταγραμμένων αγνοουμένων, εκτύπωσε τις φωτογραφίες σε κεραμικά πλακίδια και τα “κόλλησε” στον “τοίχο της μνήμης” με τα κενά πλακίδια για τους αγνοούμενους των οποίων δεν εντόπισε φωτογραφίες), μίλησε για την έρημο Ατακάμα όπου κατέφυγε, για τους αυτόχθονες -ιθαγενείς Μαπούτσε, και τις φωτογραφίες που “αντιμάχονται το θάνατο”.

Μίλησε για τη φωτογραφία “μνήμη της ανθρωπότητας”, αλλά και για την κοινωνική και πολιτική έκρηξη των τελευταίων μηνών στη Χιλή και το οπτικό-φωτογραφικό χρονικό της, για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης, για τους τοίχους που “μιλάνε ξανά” στο Σαντιάγκο, για τους εκατοντάδες τραυματίες από τις συγκρούσεις με την αστυνομία, για τα γκράφιτι, για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τους σύγχρονους τρόπους φωτογράφησης, για την τρίχρονη εγγονή του, τις διαδηλώσεις που γίνονται δυο μόλις τετράγωνα από το σπίτι του, τους τραυματίες, τους εξεγερμένους νέους, μίλησε για τη “μή” της σύχγρονης φωτογράφησης και τους κινδύνους της χρήσης της (“όχι πρόσωπα και χαρακτηριστικά, όχι ημερομηνίες λήψης, όχι τατουάζ και “χαρακτηριστικά”, όχι αναρτήσεις).

Κι΄ αν μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις – ας φανταστεί κανείς πόσες λέξεις είπε…απνευστί στις δύο και πλέον ώρες που διήρκησε το masterclass -ιστορία των χρόνων και της πολύπαθης και πολύχρονης μετάβασης της πατρίδας του από τη Δικτατορία του Πινοσέτ στην ιδιότυπη μετα-φιλελεύθερη “ιδιωτική” οικονομία, ως τις πρόσφατες βίαιες εξεγέρσεις του λαού της χώρας του, που… “διεκδικούν μια Δημοκρατία η μετάβαση στην οποία μάλλον δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί”, όπως έλεγε ο φωτογράφος και συντηρητής της μνήμης επί 30 και πλέον χρόνια…

Σήμερα το απόγευμα (Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου) ο Claudio Pérez θα παραστεί στην προβολή του ντοκιμαντέρ “The city of photographers”, στις 19:00, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜ-Θ (Στρατηγού Καλλάρη 5, 3ος όροφος). Η ταινία αποτυπώνει τον ρόλο των φωτογράφων στον αγώνα ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς στη Χιλή και μετά την προβολή θα παρουσιάσει φωτογραφίες από την εν εξελίξει δουλειά του στη Χιλή και την άποψή του για τον ρόλο των φωτορεπόρτερ στην καταγγελία του καθεστώτος της χώρας του.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Categories