Γιατί λένε «όχι» στις ανεμογεννήτριες;

Μαριάνθη Πελεβάνη

Γιατί δεκάδες τοπικές κοινωνίες, περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικοί φορείς και συλλογικότητες ανά τη χώρα έχουν ξεσηκωθεί για τις ανεμογεννήτριες, μέσα και παρά τη δίνη της πανδημίας και των επιπτώσεών της; Δεν είναι η αιολική ενέργεια μια εναλλακτική ανανεώσιμη πηγή ενέργειας που λειτουργεί προς όφελος του φυσικού περιβάλλοντος και άρα της ζωής; Γιατί υπό το σύνθημα «Ελεύθερα Βουνά Χωρίς Αιολικά» αντιδρούν οι κάτοικοι, οι τοπικοί φορείς και οι τοπικές αρχές στα Άγραφα, Κοζάνη, Γρεβενά, Τρίκαλα, Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα, Ναύπακτο, Δράμα, Εύβοια, Τήνο, Νάξο, Ανδρο, Πάρο, Αμοργό, Ιεράπετρα Κρήτης κ.ά., ενώ χρειάστηκε να συγκρουστούν, όπως στην Τήνο, ακόμη και με τα ΜΑΤ που έσπευσαν για την βίαιη καταστολή τους;

Το θέμα των αιολικών πάρκων, σχετικά με το χωροταξικό και την εγκατάσταση βιομηχανικής κλίμακας αιολικών σταθμών ακόμη και σε περιοχές NATURA, έχει βρεθεί στο επίκεντρο και από περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες εφράζουν επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις. Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία έχει εκφράσει τις έντονες ανησυχίες και αντιρρήσεις της, ενώ η Greenpeace συμφωνεί με την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στα νησιά αλλά «με σωστούς όρους και με την ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας, η οποία κανονικά θα έπρεπε να συμμετέχει στο έργο (ενεργειακή κοινότητα)», όπως δήλωσε πρόσφτα ο υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής της οργάνωσης, Τάκης Γρηγορίου. Από την πλευρά της η Θεοδότα Νάντσου, υπεύθυνη πολιτικής του WWF, έχει σημειώσει πως η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης δέχεται ανηλεή σφυροκόπηση, με δικαιολογία την απλοποίηση των διαδικασιών. «Δεν μπορεί να υπάρχουν εκπτώσεις στη νομοθεσία, ακόμα και τα αιολικά πάρκα μπορεί να έχουν βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα».

«Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αιολική ενέργεια και οι ανεμογεννήτριες είναι μια εναλλακτική, ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. Αυτά που αμφισβητούνται έντονα αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, είναι η επιλογή πολύ μεγάλων ανεμογεννητριών και η χωροθέτησή τους, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές», λέει ο δασολόγος – περιβαλλοντολόγος Πέτρος Κακούρος στο Tvxs.gr. «Στις περισσότερες περιοχές όπου οι κάτοικοι αντιδρούν εκτός των λόγων που αφορούν την επίδραση στο φυσικό περιβάλλον, τη βιοποικιλότητα, τη ζημιά των δασών, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος. Αντιδρούν και στη βάναυση αλλοίωση του τοπίου έτσι όπως το έχουν γνωρίσει και το βιώνουν. Το τοπίο αυτό αποτελεί για τους κατοίκους του και συστατικό στοιχείο της ταυτότητας της τοπικής τους κοινωνίας. Έχουν μια εικόνα του χώρου τους κι αισθάνονται ότι αυτήν απειλείται από τις ανεμογεννήτριες. Και πολύ εύστοχα συμβαίνει αυτό, όπως παραδέχονται και οι επιστήμες του τοπίου και του περιβάλλοντος. Ξέρουμε αυτήν τη στιγμή εξάλλου ότι το τοπίο όπου αναπτύσσονται οι ανεμογεννήτριες αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, όπως από το οδικό δίκτυο το οποίο αναπτύσσεται παράλληλα για τη μεταφορά, καθώς η επιλογή της αερομεταφοράς δεν υποστηρίζεται από τις αεροπορικές εταιρίες γιατί δεν τις συμφέρει».

Έγινε δημόσια διαβούλευση, άκουσε το υπουργείο την επιστημονική κοινότητα και τους αρμόδιους φορείς; Γιατί τέτοια βιασύνη; Γιατί η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας έχει δεσμεύσει σχεδόν το σύνολο των κορυφογραμμών της Πίνδου – περίπου το 80 % – για τη δημιουργία βιομηχανικών τύπου αιολικών πάρκων, χάριν των οποίων πρόκειται να ανοιχθούν εκατοντάδες χιλιόμετρα νέων δρόμων, να ριχθούν χιλιάδες κυβικά μέτρα τσιμέντο, να στηθούν μεταλλικά τέρατα-βιομηχανικές τουρμπίνες που θα ξεπερνούν τα 120 μέτρα ύψος και να απλωθούν δεκάδες χιλιόμετρα πυλώνων υψηλής τάσης;

Μικρό το όφελος, μεγάλη η καταστροφή απαντούν οι επιστήμονες και ταυτόχρονα καταγγέλλουν πως η όποια διαβούλευση από πλευράς του υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος ήταν εντελώς προσχηματική και αντιδημοκρατική, έγινε μέσα στην περίοδο των περιορισμών της πανδημίας του κορονοϊού και παρά τα αιτήματα για παράταση από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις κράτησε πολύ λίγο και μετά από το τέλος της κατατέθηκε ένα θηριώδες νομοσχέδιο, με δεκάδες επιπλέον άρθρα.

«Η διαβούλευση ήταν προσχηματική και θα έλεγα ότι παραβίασε και τους κανόνες δημοκρατίας. Αυτό όμως που έχει επίσης σημασία είναι ότι ο σχεδιασμός για τη χωροθέτηση βασίζεται σε ένα χωροταξικό σχεδιασμό εικοσαετίας, ο οποίος έγινε με μια τελείως διαφορετική οικονομική και περιβαλλοντική πραγματικότητα. Να σας πω ένα παράδειγμα, γιατί να δεχτούμε την επίπτωση στο περιβάλλον από φωτοβολταϊκά ή ανεμογεννήτριες σε μια προστατευμένη περιοχή, όταν την ίδια ώρα στις πόλεις λειτουργούν οι επιχειρήσεις με αναμμένα τα κλιματιστικά και ανοιχτές τις πόρτες», σημειώνει ο κ. Κακούρος και υπογραμμίζει το πρόβλημα της υπερκατανάλωσης που αγγίζει κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, καθώς αυτό συνεπάγεται βιομηχανική παραγωγή με τεράστιο ενεργειακό κόστος. «Πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε, οι επιλογές μας να είναι σοβαρές και ο σχεδιασμός ανάλογος. Αν θέλουμε να μειώσουμε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ενέργειας πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση. Την κατανάλωση δε, δεν την μειώνουμε μόνο αλλάζοντας τις λάμπες αλλά μειώνοντας την κατανάλωση των κλιματιστικών, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της ψηφιακής τεχνολογίας, ακόμη και των ηλεκτρικών αυτοκίνητων που προωθούνται», αναφέρει, θέλοντας να δείξει την αντίφαση της καθημερινότητας μέσω της αρνητικής σχέσης της μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και της υπερκατανάλωσης.

«Η κυβέρνηση λοιπόν βγήκε ένα πρωί είπε ότι θα κλείσει τις λιγνιτικές μονάδες και θα τις αντικαταστήσει με φυσικό αέριο, το οποίο θα εγκαταστήσει δίπλα στις πόλεις, όπως παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη όπου θα φτιαχτεί μια μονάδα 800 MW, δίπλα σε ένα αστικό κέντρο ήδη επιβαρυμένο. Όλα αυτά δεν συγκροτούν έναν σοβαρό σχεδιασμό», επισημαίνει ο Πέτρος Κακούρος και προσθέτει: «Στο υπουργείο φυσικά έχουν ακουστεί και έχουν φτάσει και φτάνουν οι απόψεις των επιστημόνων αλλά προφανώς οι προτεραιότητες τους δεν επιτρέπουν καμία αλλαγή πλεύσης. Για να είμαστε όμως ακριβείς, οι επιλογές αυτές έχουν μια διαχρονικότητα, δεν είναι του κύριου Χατζηδάκη μόνο. Η παρούσα κυβέρνηση εφαρμόζει και υλοποιεί το σχεδιασμό που υπήρχε χρόνια, πολλές από τις αδειοδοτήσεις που σήμερα δημιουργούν αυτά τα προβλήματα, έγιναν από προηγούμενες κυβερνήσεις. Δεν άλλαξε ούτε η προηγούμενη κυβέρνηση την κατεύθυνση. Επίσης, είναι εύκολο να δαιμονοποιούμε την Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν μας λέει αναγκαστικά να ιδιωτικοποιήσουμε την ενέργεια και τα πάντα. Οι επιλογές είναι πολλές φορές των εθνικών επιχειρηματικών κύκλων. Στην Ευρώπη τους ενδιαφέρουν οι οικονομικοί δείκτες, αν αποδείξεις ότι μπορείς να πιάσεις τους δείκτες υλοποιώντας μια διαφορετική γραμμή, έχεις σοβαρές πιθανότητες να το δεχτούν».

Αποτέλεσμα; Μια αλόγιστη παραχώρηση αδειών σε επενδυτικά σχέδια για αιολικά πάρκα και λεηλασία των βουνών με fast track διαδικασίες, με τεράστιο κόστος στη φυσική, τοπική και τουριστική ταυτότητα και δραματικό οικολογικό αποτύπωμα, όπως καταγγέλλεται, την ώρα που όχι μόνο έχουμε πιάσει τον υποτιθέμενο στόχο εγκατεστημένης ισχύος από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ήδη από το 2013, αλλά και η ήδη εγκατεστημένη ισχύ είναι υπέρμετρη για τις ανάγκες του εθνικού συστήματος ενέργειας. Οπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, αν κατασκευαστούν και λειτουργήσουν όλα τα αιολικά πάρκα που έχουν αιτηθεί άδεια από το υπουργείο Περιβάλλοντος, τότε η Ελλάδα θα ξεπεράσει τον στόχο αυτό κατά έξι φορές. Οι επενδυτές, όμως, δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον και για τις περιοχές Natura, στις οποίες στο άμεσο μέλλον προγραμματίζεται να εγκατασταθούν επιπλέον 5.514 ανεμογεννήτριες, συνολικής ισχύος 15.265 MW.

Η Green Planet και η σχέση ενεργειακού οφέλους και περιβαλλοντικού κόστους

«Η αρχή που διέπει και την αιολική αλλά και όλες τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ότι η παραγωγή πρέπει να βρίσκεται κοντά στην κατανάλωση, ώστε να μειώνεται το ενεργειακό κόστος μεταφοράς και να μην υπάρχουν σημαντικές απώλειες που θα ακυρώνουν την προσπάθεια. Παράλληλα το περιβαλλοντικό αποτύπωμα στην περιοχή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν το ελάχιστο. Και στα δύο αυτά έτσι όπως συμβαίνει στην Ελλάδα υπάρχει πρόβλημα», σύμφωνα με τον Π. Κακούρο. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Categories