«Η κρίση ξεπερνιέται όχι κόβοντας τα κονδύλια για την κουλτούρα αλλά διπλασιάζοντάς τα»

Ο Nuccio Ordine στο πρώτο μέρος του βιβλίου «Η χρησιμότητα του άχρηστου» με τον τίτλο «Η χρήσιμη αχρηστία της λογοτεχνίας», έχει ως υπότιτλο δύο φράσεις από το μυθιστόρημα του Βικτόρ Ουγκό «Οι άθλιοι»: «Ο Γαβριάς ήταν πια στο σπίτι του. Ω αναπάντεχη χρησιμότητα του άχρηστου!». Ενώ στο δεύτερο μέρος, «Πανεπιστήμιο-επιχείρηση και Φοιτητές-πελάτες», ο Ουγκό γράφει: «Η κρίση ξεπερνιέται όχι κόβοντας τα κονδύλια για την κουλτούρα αλλά διπλασιάζοντάς τα». Η επικαιρότητα αυτού του κειμένου είναι συγκλονιστική. Αφιερώνεται στην υπουργό Παιδείας, την κυρία Κεραμέως. Βασίλης Βασιλικός.
Παραθέτουμε τα αποσπάσματα με τα κείμενα του Βικτόρ Ουγκό από το βιβλίο Η χρησιμότητα του άχρηστου του Nuccio Ordine.

Στα μέλη των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων θα έπρεπε να επιβληθεί η ανάγνωση μιας παθιασμένης ομιλίας που έκανε ο Βικτόρ Ουγκό στη Συνταγματική Συνέλευση. Ακούστηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1848, αλλά είναι σαν να γράφτηκε χθες.

Πολλές από τις αντιρρήσεις του διάσημου Γάλλου συγγραφέα είναι αναπάντεχα επίκαιρες. Μπροστά στην πρόταση των υπουργών να περικόψουν τη χρηματοδότηση της κουλτούρας, ο μυθιστοριογράφος δείχνει με μεγάλη πειστικότητα ότι πρόκειται για μια βλαβερή και εντελώς αναποτελεσματική επιλογή:

«Εγώ, κύριοι, θεωρώ ότι οι περικοπές που προτείνονται στον ειδικό προϋπολογισμό για τις επιστήμες, τα γράμματα και τις τέχνες είναι αρνητικές για δύο λόγους. Είναι ασήμαντες από οικονομική άποψη και βλαβερές από όλες τις άλλες απόψεις. Αυτό είναι τόσο φανερό ώστε νιώθω αμηχανία να εκθέσω στη Συνέλευση το αποτέλεσμα ενός πρόχειρου υπολογισμού που έκανα. […]

Τι θα σκεφτόσασταν, κύριοι, για έναν ιδιώτη ο οποίος, έχοντας εισόδημα χιλίων πεντακοσίων φράγκων, αφιέρωνε κάθε χρόνο για την καλλιέργειά του […] το απολύτως ταπεινό ποσό των πέντε φράγκων και που, μια μέρα αναθεώρησης, αποφάσιζε να κάνει οικονομία πέντε δεκάρες;».

Μια γελοία οικονομία για το κράτος, η οποία όμως αποδεικνύεται θανατηφόρα για τη ζωή βιβλιοθηκών, μουσείων, εθνικών αρχείων, ωδείων, σχολείων και τόσων άλλων σημαντικών θεσμών. Και μεταξύ αυτών ο Ουγκό αναφέρει το College de France, το Μουσείο Εθνικής Ιστορίας, τη Σχολή Παλαιογραφίας και πολλά πολιτιστικά κέντρα, για τα οποία η Γαλλία θα έπρεπε να είναι υπερήφανη.

Με μία μόνο υπογραφή σε εκείνους τους προϋπολογισμούς, οι περικοπές θα κατέληγαν να ταπεινώσουν ολόκληρο το έθνος και, ταυτόχρονα, οι φτωχές οικογένειες των καλλιτεχνών και των ποιητών θα έμεναν χωρίς κανένα στήριγμα («ένας διάσημος καλλιτέχνης, ποιητής, συγγραφέας δουλεύει όλη του τη ζωή, δουλεύει χωρίς να σκέφτεται ότι θα πλουτίσει, και πεθαίνοντας αφήνει στη χώρα του πολλή δόξα με τη μόνη συνθήκη να δώσει στη χήρα και στα παιδιά του λίγο ψωμί»).

Το μεγαλύτερο όμως λάθος είναι ότι οι περικοπές των εξόδων εφαρμόζονται τη λάθος στιγμή, τη στιγμή κατά την οποία η χώρα, αντιθέτως, θα είχε ανάγκη να ενισχύει τις πολιτιστικές δραστηριότητες και τη δημόσια παιδεία:

«Και ποια στιγμή επιλέγεται; Είναι εδώ, κατά τη γνώμη μου, το σοβαρό πολιτικό λάθος στο οποίο αναφέρθηκα στην αρχή· ποια στιγμή επιλέγεται για να αμφισβητηθούν όλοι οι θεσμοί με μία μόνο πράξη; Η στιγμή κατά την οποία είναι πιο αναγκαίοι από ποτέ, η στιγμή που αντί να τους περιορίσουμε θα έπρεπε να τους διευρύνουμε και να τους αναπτύξουμε».

Ακριβώς όταν η κρίση σφίγγει σαν μέγκενη ένα έθνος, είναι αναγκαίο να διπλασιαστούν τα ποσά που απευθύνονται στις γνώσεις και στη μόρφωση των νέων, ώστε η κοινωνία να μην κατρακυλήσει στο βάραθρο της αμάθειας.

« […] Ποιος είναι ο μεγάλος κίνδυνος της σημερινής κατάστασης; Η αμάθεια. Η αμάθεια, περισσότερο και από αυτήν την ίδια τη φτώχεια. […] Και είναι σε μια τέτοια στιγμή, σε μια τέτοια περίοδο, που σκέφτεστε να επιτεθείτε, να ακρωτηριάσετε, να απογυμνώσετε όλους αυτούς τους θεσμούς που έχουν τον συγκεκριμένο στόχο, να κυνηγήσουν, να πολεμήσουν, να καταστρέψουν την αμάθεια»!

Για τον Ουγκό δεν αρκεί μόνο η πρόβλεψη «να φωτιστεί η πόλη» διότι «η νύχτα μπορεί να τυλίξει και τον ηθικό κόσμο». Αν σκεφτόμαστε αποκλειστικά την υλική ζωή, ποιος θα ασχοληθεί να ανάψει «τους πυρσούς για τα μυαλά;».

«Αλλά αν εγώ επιθυμώ με ζέση, με πάθος, ψωμί για τον εργάτη, ψωμί για τον εργαζόμενο, που είναι αδελφός μου, μαζί με το ψωμί της ζωής θέλω το ψωμί της σκέψης, που είναι κι αυτό επίσης ψωμί της ζωής. Θέλω να πολλαπλασιάσω το ψωμί του πνεύματος όπως το ψωμί του σώματος».

Είναι χρέος της δημόσιας παιδείας να αποστρέψει τον άνθρωπο από τη μιζέρια του ωφελιμισμού και να τον διαπαιδαγωγήσει στην αγάπη για την ανιδιοτέλεια και για την ομορφιά («πρέπει να εξυψώσουμε το πνεύμα του ανθρώπου, να το στρέψουμε προς τον Θεό, προς τη συνείδηση, προς το ωραίο, το σωστό και το αληθινό. Προς την ανιδιοτέλεια και προς ό,τι είναι σπουδαίο»).

Ενας στόχος που για να γίνει πραγματικότητα απαιτεί επιλογές αντίθετες από αυτές που υιοθέτησαν «προηγούμενες κυβερνήσεις» και η σημερινή «επιτροπή οικονομικών»:

«[…] Θα έπρεπε να πολλαπλασιάσουμε τα σχολεία, τις καθέδρες, τις βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα βιβλιοπωλεία. Θα έπρεπε να πολλαπλασιάσουμε τους τόπους μελέτης για τα μικρά παιδιά, τους τόπους ανάγνωσης για τους μεγάλους, όλες τις οργανώσεις, όλους τους θεσμούς στους οποίους οι άνθρωποι προβληματίζονται, μορφώνονται, συγκεντρώνονται, μαθαίνουν κάτι, όπου γίνονται καλύτεροι· με μια λέξη, θα έπρεπε να αφήσουμε να μπει παντού το φως στο πνεύμα του λαού· διότι είναι λόγω του σκότους που χανόμαστε».

Ο Ουγκό επικρίνει μια κοντόφθαλμη και μυωπική πολιτική τάξη η οποία, πιστεύοντας ότι εξοικονομεί χρήματα, προχωρά στην πολιτισμική διάλυση της χώρας, σκοτώνοντας κάθε μορφή υπεροχής:

«Κάνατε ένα δυσάρεστο λάθος· νομίσατε ότι κάνατε οικονομία στα χρήματα, ενώ είναι οικονομία στη δόξα αυτή που κάνετε».

efsyn.gr

Categories