H Βιβλιοθήκη της καρδιάς μου

Επιμέλεια: Βασιλική Τζεβελέκου

Στη Μόσχα τα θέατρα δεν έχουν κλείσει ούτε για μια ημέρα. Λειτουργούν με περιορισμένο αριθμό θεατών όλο το διάστημα της πανδημίας και οι Μοσχοβίτες προσέρχονται με την τήρηση των υγειονομικών μέτρων να δουν κλασικά και σύγχρονα έργα. Αντιθέτως το υπουργείο Πολιτισμού της χώρας μας αποφάσισε εν μιά νυκτί να κόψει κάθε γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στους καλλιτέχνες και το κοινό, σφραγίζοντας όλους τους χώρους πολιτισμού συμπεριλαμβανομένων των βιβλιοπωλείων και των βιβλιοθηκών. Απόφαση που έχει προκαλέσει αντιδράσεις και ερωτήματα για την ορθότητά της. Επρεπε να κλείσουν τα μουσεία, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, οι βιβλιοθήκες; Το τελευταίο είναι που συζητήθηκε λιγότερο αν και οι βιβλιοθήκες θα μπορούσαν να βρίσκονται στην κορυφή των πολιτιστικών χώρων με τη μεγαλύτερη ασφάλεια. Να λειτουργούν και εδώ όπως και στην Ιρλανδία που παρέμειναν ανοιχτές.

Πόσο όμως γνωρίζουμε και αγαπάμε τις βιβλιοθήκες στη χώρα μας; Οι νεότερες γενιές, των οποίων η σχέση με το χαρτί αδρανεί διαρκώς, έχουν μάθει για τη χρησιμότητα και τη σημασία τους; Υπάρχει ένα πραγματικό σχέδιο παιδείας και πολιτισμού για τις βιβλιοθήκες, κιβωτούς γνώσης και πνευματικής τέρψης; Την περίοδο της πανδημίας μάς λείπουν; Τις φανταζόμαστε σαν φιλόξενους κοινωνικούς χώρους στην υπηρεσία της κοινότητας; Είχαμε ποτέ την ευκαιρία να εξυπηρετηθούμε από έναν καλό βιβλιοθηκονόμο;

Δύσκολο να απαντηθούν όλα αυτά, αφού πρέπει κανείς να είναι πολύ τυχερός για να έχει γνωρίσει μια βιβλιοθήκη, να βρίσκεται κοντά του και, πολύ περισσότερο, αυτή να είναι ενημερωμένη, στελεχωμένη, δραστήρια. Ξέρουμε πως υπάρχουν ορισμένες τέτοιες βιβλιοθήκες στη χώρα μας αλλά είναι απογοητευτικά λίγες, σχεδόν σπάνιες, παρότι γεμάτες κόσμο και με χιλιάδες δανεισμούς τον χρόνο.

Αραγε, υπάρχει προοπτική να αποκτήσουμε ποτέ ένα δίκτυο βιβλιοθηκών, να ζήσουμε τη μοναδική χαρά και την ατμόσφαιρα που μια βιβλιοθήκη μόνο ξέρει να προσφέρει σε μικρούς και μεγάλους; Ισως, αν όσοι σχεδιάζουν το πρόγραμμα ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της χώρας και τον ψηφιακό μετασχηματισμό σκεφτούν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει ριζικά σ’ αυτό το μεγάλο κενό που είναι το θεμέλιο της Παιδείας και του Πολιτισμού.

Η πολιτεία οφείλει να χτίσει, να ανακαινίσει, να λειτουργήσει βιβλιοθήκες ανοιχτές και φιλόξενες για όλους. Το γνωρίζουμε από τις άλλες χώρες, το έχουμε ανάγκη εδώ και δεκαετίες, το ακούμε και το διαβάζουμε στις εξομολογήσεις των ανθρώπων που μια βιβλιοθήκη τους άλλαξε τη ζωή.

Για μια τέτοια, για τη βιβλιοθήκη της καρδιάς τους, ζητήσαμε να μας γράψουν η Μυρσίνη Ζορμπά και ο Βασίλης Βασιλικός, δυο άνθρωποι που έχουν συνδέσει τη ζωή τους με την ανάγνωση, τη γραφή, το βιβλίο, τις εκδόσεις, τον σύγχρονο πολιτισμό και προσφέρουν γνώση και ευχαρίστηση μέσα από τα προσωπικά τους κείμενα.

Η βιβλιοθήκη της ζωής μου στη Συνοικία το όνειρο

Της Μυρσίνης Ζορμπά
Η βιβλιοθήκη ήταν ένα ισόγειο μαγαζί, δίπλα στον φούρνο όπου πήγαινα καθημερινά για μια φρατζόλα ψωμί. Μερικές φορές κοντοστεκόμουν στην τζαμαρία και χάζευα τα βιβλία αλλά δεν τολμούσα να περάσω το κατώφλι. Σε μια τέτοια στιγμή με βρήκε να ονειροπολώ ο βιβλιοθηκάριος, που βγήκε στην πόρτα να κάνει ένα τσιγάρο, και με προσκάλεσε να μπω, αν θέλω, και να χαζέψω τα βιβλία. Κοίταξα ασυναίσθητα τα παπούτσια μου και ντράπηκα αλλά προχώρησα. Χωρίς πρόσκληση δύσκολα θα είχα μπει. Ημουν ένα εννιάχρονο συνεσταλμένο κορίτσι στα Πετράλωνα.

Βιβλία στα ράφια, δύο μεγάλα τραπέζια και το γραφείο του βιβλιοθηκάριου μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό, ένα ξύλινο κουτί με καρτελίτσες, δεμένες εγκυκλοπαίδειες, περιοδικά, η «Διάπλαση των Παίδων» σε τόμους. Κατάλαβε πόσο εντυπωσιασμένη ήμουν από το περιβάλλον αυτό και αμήχανη, μου πρότεινε μια κάρτα μέλους που με τάραξε ακόμη περισσότερο και το «Ενα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν». Ηταν ο σωστός άνθρωπος, ήταν το σωστό βιβλίο, ήταν το περιβάλλον όπου βρέθηκα ανυποψίαστη; Πάντως καταβρόχθισα το βιβλίο σε δυο μέρες και επέστρεψα, όχι χωρίς δισταγμό αλλά πιο θαρραλέα και προετοιμασμένη, για τους «Αθλιους» του Βίκτωρα Ουγκό. Ηταν δυο πολυσέλιδοι τόμοι, δεμένοι με καφέ σκληρό εξώφυλλο.

Επεσα στη θάλασσα της αδικίας και της σκληρότητας του Ιαβέρη, στα βάσανα του Γιάννη Αγιάννη, στον έρωτα της Τιτίκας και του Μάριου. Εζησα μαζί τους τέσσερις ολόκληρες εβδομάδες, περιπλανήθηκα και υπέφερα, αλλά βγήκα πιο αποφασιστική για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την αδικία του κόσμου. Θα γινόμουν δικαστής όταν μεγαλώσω. Η ανάγνωση αποσυνδεμένη από τα σχολικά κείμενα αποκτούσε νόημα. Το περιβάλλον γύρω μου ξεχείλιζε από τα τραγούδια του Καζαντζίδη και τις ταινίες της Βουγιουκλάκη, οι ορμητικές παρέες των παιδιών της γειτονιάς σκαρφάλωναν για περιπέτειες στον λόφο του Φιλοπάππου δίπλα στα σπίτια μας, αλλά είχα μπει σε δίλημμα. Οι ήρωες των βιβλίων με μαγνήτιζαν, διάβαζα άτσαλα κι άπληστα κι ήθελα κι άλλο. Εμεινα αποσβολωμένη με το «Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ», μπερδεύτηκα με τον Νίτσε, άρχισαν να με ελκύουν τα απαγορευμένα βιβλία, όπως ήταν το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», ή τα απειλητικά, όπως «Το Κατηγορώ» του Ζολά, η Περλ Μπακ, ο Κάφκα. Η ηδονή του παραβατικού αναγνώστη απλωνόταν μέσα μου και με τόνωνε.

Πετράλωνα, τέλη της δεκαετίας του ’50. Μικρές συμμορίες δεκάχρονων, ξεχυνόμασταν συνήθως στου Φιλοπάππου μετά το σχολείο για ώρες αχαλίνωτου παιχνιδιού, ωσότου σκοτεινιάσει. Προσδοκία ελευθερίας, που τρέχαμε να τη συναντήσουμε στη φύση, μακριά από σπίτια αφιλόξενα και υγρά δωμάτια. Ο λόφος έκρυβε πολλά μυστικά, μερικοί έλεγαν ψιθυριστά τρομακτικές ιστορίες για φίδια και φαρμακερά χόρτα, προσφερόταν για περιπέτειες, ένα πεδίο μάχης σε μια προεφηβική έκρηξη ενέργειας αγοριών και κοριτσιών που αναζητούσαμε δράση. Σε ένα περιβάλλον στερημένο από διανοητικές, πολιτιστικές και καλλιτεχνικές προκλήσεις, με το σχολείο περιορισμένο στα στοιχειώδη, τρεφόμασταν ασυγκράτητα από την ουτοπία και τη φαντασίωση του παιχνιδιού. Ευγνωμονώ τη μητέρα μου που δεν επιτήρησε και δεν επέκρινε ποτέ αυτή την απόλαυση, κι αντίθετα με καθησύχαζε πως θα προλάβω να κάνω τα μαθήματα μετά το παιχνίδι. Αλλά η βιβλιοθήκη άρχισε γρήγορα να εκτοπίζει τον λόφο, να τον απομακρύνει από το κέντρο του ενδιαφέροντός μου.

Στο ύψωμα ο προσφυγικός συνοικισμός με τις παράγκες του Ασύρματου, που ακουγόταν σαν βρισιά και απειλή, μια τοξική διάκριση που διαπερνούσε τον μαθητικό πληθυσμό. Σε κοντινή απόσταση το θέατρο της Δόρας Στράτου υπαινισσόταν τον παραδοσιακό κόσμο, που ερχόταν με τραγούδια και χορούς από την αγροτική ύπαιθρο, παλιομοδίτικος στον ήχο του κλαρίνου. Αόρατο αλλά σταθερό, από την άλλη μεριά του λόφου, το Ηρώδειο, και η Ακρόπολη ψηλά από πάνω του, με μια απροσδιόριστη ακτινοβόλα λάμψη. Ενα σύστημα δόξας και κοσμικής επισημότητας. Και τα σύνορα της γειτονιάς, από τη μια το Κουκάκι κι από την άλλη το Θησείο, περίβλεπτα και απαγορευμένα να τα διαβείς, σε αντιπαλότητα κοινωνική και πολιτική.

Τα πρωινά η καθημερινή διαδρομή σε χωμάτινους δρόμους από το σπίτι στο σχολείο: Απολλωνίου, Αιολέων, Τρώων, Δημοφώντος. Στην απογευματινή μου γεωγραφία, που περιλάμβανε χαρτοπωλείο, μπακάλικο, ΕΒΓΑ, κινηματογράφο Ζέφυρο και παιχνίδι στον λόφο, είχε προστεθεί τώρα η βιβλιοθήκη. Ως τη μέρα που πέρασα το κατώφλι της είχα στο μαξιλάρι μου τον «Μικρό ήρωα», «Κλασικά εικονογραφημένα», «Μίκυ Μάους» και λίγα εξωσχολικά βιβλία, δώρα γενεθλίων. Τώρα, όταν σκοτείνιαζε, διάβαζα τα μαθήματα συνήθως στην κουζίνα, που ήταν πιο ζεστά, ανάμεσα σε σκόρπιες κουβέντες με τη μανούλα που μαγείρευε στην γκαζιέρα, ειδήσεις από το ραδιόφωνο, τα σχόλια του πατέρα πού και πού καθώς διάβαζε την «Αυγή» και τον απόηχο από το γραμμόφωνο του γείτονα που έπαιζε λαϊκά. Αλλά όταν έκλεινα τα τετράδια, προτιμούσα το κρύο δωμάτιο, όπου κάτω από τα σκεπάσματα και μέσα στην απόλυτη ησυχία με απορροφούσε το βιβλίο που είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη. Μια βιβλιοθήκη που, όπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, είχε ιδρύσει η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών (USIA), μικρό ιδιόμορφο πολιτιστικό υβρίδιο, στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ και της πολιτιστικής διπλωματίας της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Εμεινε αδιευκρίνιστο αν ο συμπαθής βιβλιοθηκάριος ήταν κατάσκοπος ή πράκτορας που αποσπούσε πληροφορίες από αθώα κοριτσάκια. Αλλά ακόμη κι έτσι κι όσες άλλες βιβλιοθήκες κι αν αγάπησα, αυτή παρέμεινε για μένα η βιβλιοθήκη της ζωής μου.

«Εκτός από τους κλασικούς»

Βασίλης Βασιλικός 16.12.2020
Είχαν μπει οι ναζί Γερμανοί στην Καβάλα το 1941 (μετά την παρέδωσαν στους Βούλγαρους φασίστες) κι εκεί ήρθε στο σπίτι μας ένας αξιωματικός με την ορντινάντσα του κι αφού ψάξαν όλα τα δωμάτια χωρίς να βρούνε όπλα βάλαν στο μάτι την πλούσια βιβλιοθήκη του πατέρα μου, απέναντι από τον τοίχο με τον πίνακα του Ελευθέριου Βενιζέλου, έργο ζωγράφου που είχε σπουδάσει στο Μόναχο.

Ο αξιωματικός έδωσε εντολή στην ορντινάντσα του να κάψουν στην αυλή μας όλα τα βιβλία «εκτός από τους κλασικούς» (αν και μιλούσε γερμανικά με την ορντινάντσα, το καταλάβαμε αυτό το τελευταίο). Τα καίγαν δυο-τρεις ώρες και μετά, ικανοποιημένοι, μας άδειασαν τη γωνιά.

Χρόνια αργότερα, το 1959, βρέθηκα στο Yale University, υπότροφος των Ροταριανών Θεσσαλονίκης για να σπουδάσω τη σκηνοθεσία στην τηλεόραση που ήταν άγνωστη στη χώρα μας τότε. Κι εκεί, στο πρώτο μάθημα, υπήρχε ως καθηγητής αυτός που δίδασκε το αρχαίο ελληνικό δράμα και κωμωδία. Η φωνή του, αν και μιλούσε στα αγγλικά, είχε μια έντονη γερμανική προφορά που θύμιζε εκείνο το κάψτε τα όλα «εκτός από τους κλασικούς».

Σηκώθηκα, πήγα κάτω απ’ την έδρα που μιλούσε. Ηταν ο ίδιος. Κι έφυγα απ’ τη σχολή για να συνεχίσω στη Νέα Υόρκη τις σπουδές μου.

***

Το δεύτερο περιστατικό ήταν στις πρώτες μέρες της Μεταπολίτευσης. Είχα επιστρέψει στην Αθήνα μετά που οι χουντικοί δεν είχαν καταφέρει να σκοτώσουν τον Μακάριο κατ’ εντολήν του Ιωαννίδη που τον είχε διατάξει γι’ αυτό ο Κίσινγκερ: «Θέλω το κεφάλι του Μούσκου».

Από τα υπόγεια του σπιτιού των γονιών μου πήρα ένα φορτηγό για τη μεταφορά της βιβλιοθήκης μου στο νέο διαμέρισμα που είχα νοικιάσει. Ο οδηγός με ρώτησε καθ’ οδόν αν τα βιβλία αυτά ήταν δικά μου. Ναι, του απάντησα. -«Και τα έχεις διαβάσει;». Πάλι «ναι». -«Ολα;». Τον κοίταξα από πλάγια. -«Ολα κι ακόμα περισσότερα που τα έκρυψαν αλλού κι εφτά χρόνια μες στην υγρασία είχαν μουχλιάσει». -«Χαρά στο κουράγιο σου», μου είπε. -«Εγώ θα προτιμούσα να με κλείσουν τέσσερα χρόνια στη φυλακή, παρά να με τιμωρούσαν με αυτό τον τρόπο» –«Τιμωρία το λες αυτό;» – «Μα βέβαια είναι τιμωρία. Την είχαμε στο σχολειό. Γι’ αυτό τα καίγαμε τα βιβλία μόλις τελείωνε η χρονιά». – «Το ίδιο έκανε κι ο Χίτλερ το 1933», του λέω. -«Α, αυτουνού διάβασα ένα, “Ο αγών μου”. Και μ’ άρεσε».

Τότε φαίνεται, αρχές της Μεταπολίτευσης, άρχισε να γεννιέται το αυγό του φιδιού.

efsyn.gr

Categories