Η «μάχη» των εμβολίων: «Κρυφά deal» κυβερνήσεων – φαρμακευτικών φέρνουν στο φως οι New York Times

Την ύπαρξη εναλλακτικών… οδών που έχουν ακολουθήσει χώρες για να προμηθευτούν εμβόλια αποκαλύπτει ρεπορτάζ των New York Times.

Το θέμα που υπογράφουν οι Matt Apuzzo και Selam Gebrekidan με τίτλο: «Οι κυβερνήσεις υπογράφουν μυστικές προσφορές εμβολίων. Αυτό κρύβουν» (σ.σ. «Governments Sign Secret Vaccine Deals. Here’s What They Hide»), τη στιγμή που είναι σε εξέλιξη η κόντρα Κομισιόν – Astrazeneca, για τις δόσεις εμβολίου.

Αποκαλύπτουν τις λεπτομέρειες που διέπουν τα συμβόλαια των κυβερνήσεων της ΕΕ με τις φαρμακοβιομηχανίες, που αφήνουν τις πατέντες στις φαρμακοβιομηχανίες.

Στο μεταξύ, η Ευρώπη προσπαθεί να εξηγήσει τις συμφωνίες με τις φαρμακοβιομηχανίες με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να αναφέρει πως οι ποσότητες των δόσεων είναι ρητώς προκαθορισμένες.

Ωστόσο, η κρίση που έχει ξεσπάσει με την Astrazeneca, φέρνει στο φως τις «κρυφές» συμφωνίες που έχουν γίνει, όπως αναφέρουν οι Times της Νέας Υόρκης.

«Η τιμή ανά δόση; Μειώθηκε. Το πρόγραμμα διάθεσης; Μειώθηκε. Το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται εκ των προτέρων; Μειώθηκε. Και αυτή η σύμβαση, μεταξύ της γερμανικής φαρμακευτικής εταιρείας CureVac και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται μία από τις πιο διαφανείς στον κόσμο», τονίζει το δημοσίευμα και προσθέτει:

«Οι κυβερνήσεις έχουν δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για να βοηθήσουν τις φαρμακευτικές εταιρείες να αναπτύξουν εμβόλια και ξοδεύουν ακόμη περισσότερα για να αγοράσουν τις δόσεις. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες αυτών των συμφωνιών παραμένουν σε μεγάλο βαθμό μυστικές, κατ’ απαίτηση των φαρμακευτικών εταιρειών για τήρηση του σχετικού απορρήτου».

«Τα διαθέσιμα έγγραφα, ωστόσο, δείχνουν ότι οι εταιρείες φαρμάκων απαίτησαν και έλαβαν συμφωνίες για ευέλικτα προγράμματα παράδοσης, για προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και ασυλία σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά. Σε κάποιες από αυτές τις συμφωνίες, απαγορεύεται για τα κράτη να προχωρήσουν σε δωρεά δόσεων, ή σε μεταπώλησή τους, κάτι που δυσκόλευε τη διάθεσή τους στα πιο φτωχά κράτη του πλανήτη», αναφέρουν οι NY Times.

Όπως αναφέρει, υπάρχουν τρεις τύποι συμφωνιών:

«Ορισμένες αγοράζουν απευθείας από φαρμακευτικές εταιρείες. Άλλοι αγοράζουν μέσω περιφερειακών φορέων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Αφρικανική Ένωση (εδώ συγκαταλέγεται και η δική μας χώρα για την ΕΕ).

Πολλοί θα στραφούν στο μη κερδοσκοπικό πρόγραμμα “Covax”, μια συμμαχία περισσότερων από 190 χωρών, η οποία αγοράζει από τους κατασκευαστές εμβολίων με σκοπό να διαθέσει εμβόλια παγκοσμίως, ειδικά σε φτωχές χώρες, είτε δωρεάν, είτε με μειωμένο κόστος. Άλλες κυβερνήσεις έχουν υπογράψει συμφωνίες τόσο με κατασκευαστές και όσο και με τη Covax.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξασφαλίσει 400 εκατομμύρια δόσεις των εμβολίων των Pfizer-BioNTech και Moderna, αρκετά για 200 εκατομμύρια ανθρώπους, και είναι κοντά στο να κλείσουν ακόμη 200 εκατομμύρια επιπλέον δόσεις μέχρι το καλοκαίρι, με προοπτική να αγοράσουν έως και 500 εκατομμύρια περισσότερες. Έχουν ακόμη συνάψει συμφωνίες προαγοράς για περισσότερες από 1 δισεκατομμύριο δόσεις από ακόμη τέσσερις εταιρείες, τα εμβόλια των οποίων δεν έχουν λάβει έγκριση στις ΗΠΑ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει σύμβαση σχεδόν 2,3 δισεκατομμυρίων δόσεων, και διαπραγματεύεται για περίπου 300 εκατομμύρια περισσότερες.

Η Covax αναφέρει ότι έχει συμφωνήσει για πάνω από 2 δισεκατομμύρια δόσεις εμβολίου, αν και διατηρεί μυστικές τις συμβάσεις της. Ωστόσο, μόλις 12 από τις 92 χώρες που μετέχουν στη συμμαχία αυτή, έχουν καταφέρει να συνάψουν ξεχωριστές συμφωνίες με μεμονωμένες εταιρείες, με προοπτική να αποκτήσουν ακόμη 500 εκατομμύρια δόσεις».

Μάλιστα, όπως υπογραμμίζεται, οι κυβερνήσεις βοήθησαν στη δημιουργία εμβολίων ενώ με δεδομένο πως η ανάπτυξη των εμβολίων είναι ενέχει σημαντικό ρίσκο ως επιλογή, οι εταιρείες από μόνες τους σπανίως επενδύουν στον τομέα αυτό, παρά μόνο αν γνωρίζουν ότι τα εμβόλιά τους είναι αποτελεσματικά και μπορούν να πάρουν το πράσινο φως για την κυκλοφορία τους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται συνήθως τόσο πολύς χρόνος για την ανάπτυξή τους. Για να επιταχυνθεί αυτή η διαδικασία, οι κυβερνήσεις – κυρίως των ΗΠΑ και της Ευρώπης – και μη κερδοσκοπικές ομάδες όπως ο CEPI, “απορρόφησαν” μέρος του επιχειρηματικού “κινδύνου”.

Πηγή: New York Times 

documentonews.gr

Categories