Τα θεμέλια της ηθικής

Θανάσης Γιαλκέτσης

Συμπληρώθηκαν πέντε χρόνια από τον θάνατο του Ουμπέρτο Εκο (1932-2016) και αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε στην Ιταλία ένα βιβλίο με τίτλο «La filosofia di Umberto Eco con la sua Autobiografia intellettuale» (La nave di Teseo 2021). Το βιβλίο αυτό περιέχει κείμενα του Εκο και κριτικά δοκίμια για το πολυσχιδές έργο του, γραμμένα από διάφορους μελετητές. Είχε εκδοθεί πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην έγκυρη Library of Living Philosophers, που ιδρύθηκε το 1938. Η ένταξη ενός στοχαστή σε αυτή την εκδοτική σειρά (πλάι στους Μπέρτραντ Ράσελ, Αλμπερτ Αϊνστάιν, Καρλ Πόπερ, Ζαν-Πολ Σαρτρ κ.ά.) αποτελεί μέγιστη έκφραση αναγνώρισης της συμβολής του στη φιλοσοφική σκέψη.

Ο Ουμπέρτο Εκο είναι ο μοναδικός Ιταλός διανοούμενος που κατέκτησε αυτή την αναγνώριση. Ο ίδιος ο Εκο σημείωνε: «Θεωρώ τον εαυτό μου φιλόσοφο, αν και έχω γράψει για πολλά άλλα θέματα. Και είμαι σίγουρα ένας φιλόσοφος που έχει γράψει και εφτά μυθιστορήματα. Αυτό το τελευταίο γεγονός, δεδομένων των διαστάσεών του και του χρόνου που μου πήρε από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί περιθωριακό ατύχημα». Και μεταξύ των άλλων σκέψεων που διατύπωνε, ο Εκο έγραφε για τον εαυτό του: «Από τον χαρακτήρα των συμπολιτών μου διδάχθηκα την αρετή του σκεπτικισμού. Ο σκεπτικισμός συνεπάγεται μια σταθερή αίσθηση του χιούμορ, για να θέτει κανείς εν αμφιβόλω ακόμη και τα πράγματα στα οποία πιστεύει ειλικρινά». Το ακόλουθο κείμενο του Ουμπέρτο Εκο περιέχεται στην έκδοση που προαναφέραμε.

Με γοήτευε πάντα η μορφή ενός αποστάτη ο οποίος ωστόσο παραμένει προσκολλημένος στους μύθους, στις εικόνες και στις ιδέες της θρησκείας που εγκατέλειψε. Και αυτό γιατί, ακόμη και στα μεταγενέστερα γραπτά μου, η δική μου εγκατάλειψη της πίστης συνοδεύτηκε από την έλξη μου για τη μεσαιωνική σκέψη και από τον σεβασμό για το θρησκευτικό σύμπαν. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για ένα αμφίσημο συναίσθημα, αλλά θέλησα να δώσω το παράδειγμα αυτού που συνέβη όταν έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Το όνομα του ρόδου». Το μυθιστόρημα αυτό τοποθετείται στον Μεσαίωνα και αναδεικνύει τις συγκρουόμενες αντιλήψεις για την αλήθεια και για την πίστη, που κυκλοφορούσαν ήδη από τότε. Ορισμένοι καθολικοί κριτικοί (ιδίως από το περιοδικό των ιησουιτών La civiltà cattolica) επιτέθηκαν σε αυτό το μυθιστόρημά μου, αλλά στα κατοπινά χρόνια μού απονεμήθηκαν τέσσερις τιμητικοί ακαδημαϊκοί τίτλοι από τέσσερα καθολικά πανεπιστήμια, το Πανεπιστήμιο της Λουβέν, το Πανεπιστήμιο Λοϊόλα, το Πανεπιστήμιο της Σάντα Κλάρα και το Παπικό Ινστιτούτο του Τορόντο. Δεν θα μπορούσα να πω ποιος είχε δίκιο, αλλά είμαι ικανοποιημένος που τα αντιφατικά συναισθήματα, τα οποία με συνόδευσαν μέχρι σήμερα, αναδείχθηκαν και μέσα από το μυθιστόρημά μου.

Μια άλλη απόδειξη του ενδιαφέροντός μου για τα θρησκευτικά προβλήματα ήταν και η ανταλλαγή επιστολών με τον καρδινάλιο Μαρτίνι, τον αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου, που έγινε το 1996 [ελληνική έκδοση: Ουμπέρτο Εκο «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει; Συνομιλία με τον Carlo Maria Martini», Ελληνικά Γράμματα 2009]. Ο Μαρτίνι είχε αποδεχθεί να κάνει διάλογο με έναν μη πιστό και το έκανε με ευρύτητα πνεύματος και με μεγάλο σεβασμό για τη σκέψη του άλλου. Από εκείνο τον διάλογο θα ήθελα να αναφέρω το τελευταίο σχόλιό μου για την ηθική. Ο Μαρτίνι με ρώτησε: «Ποιο είναι το θεμέλιο της βεβαιότητας και του επιτακτικού χαρακτήρα των ηθικών ενεργειών εκείνου ο οποίος, για να εδραιώσει τον απόλυτο χαρακτήρα μιας ηθικής, δεν προτίθεται να επικαλεστεί μεταφυσικές αρχές ή υπερβατικές αξίες ούτε και οικουμενικά έγκυρες κατηγορικές προσταγές;». Προσπάθησα να εξηγήσω τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η δική μου «κοσμική θρησκευτικότητα», επειδή είμαι σταθερά πεισμένος ότι υπάρχουν μορφές θρησκευτικότητας ακόμη και όταν απουσιάζει η πίστη σε μια προσωποποιημένη και προνοητική θεότητα.

Αρχισα αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα των «οικουμενικών σημασιών», δηλαδή εκείνων των στοιχειωδών εννοιών που είναι κοινές σε όλο το ανθρώπινο γένος και που μπορούν να εκφραστούν σε όλες τις γλώσσες. Αυτές οι έννοιες, που είναι κοινές σε όλους τους πολιτισμούς, αναφέρονται όλες τους στη θέση του σώματός μας μέσα στον χώρο. Είμαστε ζώα όρθια και επομένως είναι κουραστικό να στεκόμαστε με το κεφάλι προς τα κάτω επί πολύ χρόνο και γι’ αυτό έχουμε μια κοινή έννοια του «πάνω» και του «κάτω», τείνοντας να ευνοούμε το πρώτο σε σχέση με το δεύτερο. Με τον ίδιο τρόπο έχουμε την έννοια «δεξιά» και «αριστερά», την έννοια του να στεκόμαστε ακίνητοι και να βαδίζουμε, να στεκόμαστε στα πόδια μας ή να είμαστε ξαπλωμένοι, να σερνόμαστε και να πηδάμε, να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε. Καθώς έχουμε τις τέχνες, γνωρίζουμε όλοι τι σημαίνει να χτυπάς ένα ανθεκτικό υλικό, να εισχωρείς σε μια μαλακή ή ρευστή ουσία, να ζουλάς, να χτυπάς ρυθμικά, να γρονθοκοπείς, να κλοτσάς ή ακόμη και να χορεύεις.

Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι μακρύς και θα μπορούσε να περιλαμβάνει το να βλέπεις, να νιώθεις, να τρως ή να πίνεις, να καταπίνεις ή να φτύνεις. Και σίγουρα κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έχει έννοιες για το νόημα που έχει το να αντιλαμβάνεται, να θυμάται, να αισθάνεται πόθο, φόβο, πόνο ή ανακούφιση, απόλαυση ή οδύνη, και να εκπέμπει ήχους που εκφράζουν αυτά τα πράγματα. Επομένως (και βρισκόμαστε ήδη στο πεδίο των δικαιωμάτων), υπάρχουν οικουμενικές έννοιες που αναφέρονται στον καταναγκασμό. Δεν θέλουμε κανείς να μας εμποδίζει να μιλάμε, να βλέπουμε, να ακούμε, να κοιμόμαστε, να καταπίνουμε, να φτύνουμε, να πηγαίνουμε όπου θέλουμε. Υποφέρουμε αν κάποιος μας δένει ή μας χωρίζει, μας χτυπάει, μας τραυματίζει ή μας σκοτώνει ή μας υποβάλλει σε σωματικά ή ψυχολογικά βασανιστήρια, που μειώνουν ή εκμηδενίζουν την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε.

Αυτά τα θεμελιώδη συναισθήματα μπορούν να εκληφθούν ως βάση μιας ηθικής. Πάνω απ’ όλα, οφείλουμε να σεβόμαστε τα δικαιώματα της σωματικής υπόστασης των άλλων, τα οποία περιλαμβάνουν και το δικαίωμά τους να μιλούν και να σκέφτονται. Αν οι συνάνθρωποί μας είχαν σεβαστεί αυτά τα «δικαιώματα του σώματος», δεν θα είχαμε δει ποτέ τη Σφαγή των Νηπίων, τους χριστιανούς στον ρωμαϊκό ιππόδρομο, τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, τους αιρετικούς στην πυρά, τη λογοκρισία, την παιδική εργασία στα ορυχεία ή το Ολοκαύτωμα. Θεωρώ ότι η αληθινή ηθική διάσταση αρχίζει όταν ο Αλλος εμφανίζεται πάνω στη σκηνή. Ακόμη και οι ενάρετοι κοσμικοί είναι πεισμένοι ότι ο Αλλος βρίσκεται μέσα μας.

Δεν πρόκειται για μιαν αόριστη συγκινησιακή διάθεση, αλλά για μια θεμελιώδη συνθήκη. Ετσι όπως δεν μπορούμε να ζούμε χωρίς να τρώμε ή να κοιμόμαστε, δεν μπορούμε και να κατανοήσουμε ποιοι είμαστε χωρίς το βλέμμα και την ανταπόκριση των άλλων.

efsyn.gr

Categories