Η τρομοκρατία της ψυχοπανδημίας

Σπύρος Μανουσέλης

Παρά τα πλανητικά μέτρα απομόνωσης και τους μαζικούς εμβολιασμούς, το πιο πιθανό σενάριο για την πορεία του κορονοϊού είναι ότι θα παραμείνει μαζί μας για πολύ χρόνο και η απειλή της νόσου Covid-19 δεν προβλέπεται να εξαλειφθεί από τη ζωή των ανθρώπων στο άμεσο μέλλον. Αν αυτό ισχύει, τότε πώς κατάφερε να επιβληθεί, και μάλιστα πλανητικά, η απάνθρωπη βιοπολιτική του διαρκούς φόβου και πανικού που υιοθετείται για την αντιμετώπιση της πανδημίας της νόσου Covid-19; Οι γυναίκες, οι νέοι ηλικίας κάτω των 45 ετών, οι άνεργοι αλλά και πολλοί ενήλικες που υποχρεώθηκαν σε διαδικτυακή εργασία είναι οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες εντοπίστηκαν τα σοβαρότερα ψυχονοητικά προβλήματα: όσο μεγαλύτερη ήταν η ψυχολογική διαταραχή, τόσο σοβαρότερα ήταν και τα διανοητικά προβλήματα.

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι υπάρχουν διαφορετικά επιστημονικά σενάρια σχετικά με τη μελλοντική πορεία της πανδημίας της νόσου Covid-19, τα οποία καταλήγουν στη δυσάρεστη πρόβλεψη ότι πιθανότατα ο κορονοϊός δεν θα εξαλειφθεί γρήγορα αλλά θα μείνει για αρκετό καιρό μαζί μας (βλ. «Μηχανές του Νου», 6.3.21). Η άγνοιά μας για τη διάρκεια της ανοσίας στη νόσο Covid-19 μετά τον εμβολιασμό με τα κατάλληλα εμβόλια καθώς και η συχνότητα εμφάνισης των νέων, μεταλλαγμένων στελεχών του κορονοϊού καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη -αν όχι πρακτικά αδύνατη- την εξάλειψη της απειλής του ιού τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Πάντως το γεγονός ότι δεν είμαστε σε θέση να εξαλείψουμε τον κορονοϊό, δεν σημαίνει ότι μπορούμε ή ότι θα πρέπει να διατηρήσουμε επ’ αόριστον τον διαρκή φόβο και την αντιδημοκρατική «κοινωνική αποστασιοποίηση», που τόσο πρόθυμα υιοθετήσαμε πριν από έναν χρόνο για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους από τον κορονοϊό.

Πώς επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά η απειλή της COVID-19;

 

Oι άνθρωποι εκδηλώνουν φοβικές αντιδράσεις άγνωστες στο υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Πράγματι, λόγω της αναπτυγμένης νοημοσύνης και κυρίως της αυτοσυνείδησης, ο άνθρωπος θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως το πλέον φοβισμένο πλάσμα πάνω στον πλανήτη μας. Ο φόβος, το έντονο άγχος, η αγωνία ή ο πανικός αποτελούν οικεία ανθρώπινα αισθήματα με βαθύτατες και για αυτό αδιαφανείς ρίζες στην ιδιαίτερη βιοψυχολογική και στην κοινωνική ιστορία μας.

Πολλές και διαφορετικές έρευνες σε όλο τον κόσμο έδειξαν ότι τα επαναλαμβανόμενα λοκντάουν και τα αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό των λοιμώξεων από τον κορονοϊό SARS CoV-2 επηρεάζουν καταστροφικά την ψυχική και διανοητική ισορροπία των ατόμων και, όπου εφαρμόζονται, προκαλούν ακραία φαινόμενα συλλογικού άγχους ή και πανικού.

Κατά τον πρώτο χρόνο της πανδημίας αυτές οι αγχώδεις συμπεριφορές και οι φοβικές αντιδράσεις, που ενίοτε συνοδεύονται και από πανικό, είναι ένα πολύ συχνά διαπιστωμένο ψυχολογικό σύνδρομο συμπεριφορών, που μετά την επιβολή της «κοινωνικής αποστασιοποίησης» και τον παρατεταμένο αποκλεισμό των ανθρώπων στα σπίτια τους τείνουν να εμφανίζονται μαζικά.

Για την περιγραφή μάλιστα αυτών των συλλογικών ψυχοκοινωνικών διαταραχών οι ερευνητές επινόησαν τον όρο Ψυχοπανδημία (Psycho-pandemic). Ενας νεολογισμός ο οποίος επιχειρεί να συνοψίσει τις διαρκείς ψυχολογικές και διανοητικές πιέσεις που οι άνθρωποι υφίστανται εδώ και έναν χρόνο, όταν υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν συλλογικά τα νέα περιοριστικά μέτρα κατά της πανδημίας.

Ας σημειωθεί ότι ο όρος ψυχοπανδημία, αν και μπορεί να σχετίζεται, δεν θα πρέπει να συγχέεται ή να ταυτίζεται με τη Νευροκορονοπάθεια (Neurocovid), που όπως είδαμε σε πρόσφατο άρθρο μας (βλ. «Μηχανές του Νου» 20.2.2021), αφορά μόνο τις νευρολογικές επιπτώσεις και τις εγκεφαλικές επιπλοκές της λοίμωξης ενός ατόμου από τον κορονοϊό.

Από τον βιολογικό φόβο στον κοινωνικό πανικό 

Η ανάγκη διάκρισης της ψυχοπανδημίας από τη νευροκορονοπάθεια απορρέει από το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια μονόδρομη αιτιακή και βιοψυχολογικά προκαθορισμένη σχέση ανάμεσα στις συλλογικές φοβικές συμπεριφορές και τις εγκεφαλικές διαταραχές λόγω λοίμωξης από τον νέο κορονοϊό: η ψυχοπανδημία σχετίζεται μάλλον με τη γενικευμένη υγειονομική-κοινωνική ανασφάλεια και την επιβολή ακραίων υγειονομικών πολιτικών και όχι με συγκεκριμένες εγκεφαλικές αλλοιώσεις.

Γεγονός που επιβεβαιώνεται από πλήθος νευροεπιστημονικές έρευνες, οι οποίες έχουν δείξει ότι το αίσθημα του φόβου δεν εξαρτάται -ούτε καν ρυθμίζεται!- από ένα και μόνο εγκεφαλικό κέντρο, καθώς και ότι οι πανικόβλητες και αγχώδεις συμπεριφορές μας εντοπίζονται σε διαφορετικές εγκεφαλικές δομές από αυτές του φόβου. Αυτό με τη σειρά του καθιστά την κατά τ’ άλλα προφανή σχέση του φόβου με τον πανικό λιγότερο γραμμική, κάτι που ισχύει τόσο για τον εγκέφαλο όσο και για την πολιτική!

Πράγματι πολλές επιστημονικές έρευνες επιβεβαιώνουν το μάλλον απρόσμενο γεγονός ότι το άγχος και ο πανικός, σε αντίθεση με τις κοινές φοβικές αντιδράσεις μας, αποτελούν πολύ πιο σύνθετες αντιδράσεις του οργανισμού μας απέναντι σε κάποια πραγματική ή ενδεχόμενη απειλή. Η διαφοροποίηση των αρνητικών συναισθημάτων του φόβου και του πανικού είναι αποφασιστικής σημασίας για την τρέχουσα βιοπολιτική που ασκείται κατά της πανδημίας.

Στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι φοβούνται, αγχώνονται και πανικοβάλλονται από δυνητικές απειλές, που δεν έχουν ποτέ υποστεί οι ίδιοι. Για παράδειγμα η πλειονότητα των πολιτών της Ε.Ε. βιώνει καθημερινά την απειλή της ανεργίας, της τρομοκρατίας, της χρεοκοπίας, της εγκληματικότητας των πόλεων ή και τον τρόμο για την εισβολή νέων κυμάτων προσφύγων και μεταναστών που υποτίθεται ότι θα καταστρέψουν την «παραδείσια» κοινωνική συνοχή ή την εθνική τους ταυτότητα.

Ενας ανάλογος συντηρητικός μηχανισμός έχει ενεργοποιηθεί εδώ και έναν χρόνο για την αντιμετώπιση της εισβολής του κορονοϊού, με απειλές για καταστροφές που στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν επιβεβαιώνονται από τις προσωπικές εμπειρίες των κατά τ’ άλλα κυριολεκτικά τρομοκρατημένων Ευρωπαίων πολιτών.

Πάντως είναι γεγονός ότι η καλλιέργεια της μαζικής ανασφάλειας απέναντι σε μια ιογενή απειλή και ο γενικευμένος φόβος που αυτή συνεπάγεται επηρεάζουν περισσότερο τα άτομα που, ενώ δεν ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, αποδέχονται πρόθυμα να παραχωρήσουν θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες τους από αδυναμία να αποδεχτούν και να διαχειριστούν την εγγενή ανασφάλεια που συνεπάγεται η επιδημία του κορονοϊού.

Αν το πιο πιθανό σενάριο για τη μελλοντική πορεία του κορονοϊού είναι ότι θα παραμείνει μαζί μας για πολύ χρόνο, παρά τα μέτρα απομόνωσης και τους μαζικούς εμβολιασμούς, τότε η απειλή της νόσου Covid-19 δεν προβλέπεται να εξαλειφθεί από τη ζωή των ανθρώπων στο άμεσο μέλλον (βλ. «Μηχανές του Νου» 6.3.21).

Διόλου περίεργο λοιπόν που η κυρίαρχη βιοπολιτική απέναντι στην υγειονομική κρίση της πανδημίας είναι το να συνδέονται ο συλλογικός φόβος και ο πανικός για τις καταστροφικές οικονομικές-εργασιακές συνέπειες της πανδημίας και οι πολιτικές ευθύνες για την αναποτελεσματική τους διαχείριση, όχι τόσο με αυτούς που κυβερνάνε, αλλά με τις «προσωπικές» ευθύνες των ανθρώπων για τη διάδοση του ιού.

Προφανώς η πλανητική κυριαρχία του φόβου και του πανικού για τις επιπτώσεις της νέας πανδημίας οφείλεται στην ήδη ορατή ικανότητα αυτής της κατασταλτικής βιοπολιτικής να διαμορφώνει «πολίτες» με διχασμένη την κοινωνική-δημόσια από τη βιολογική-ιδιωτική τους ταυτότητα. Στους πολίτες αυτούς, υπό το κράτος του φόβου και της διαρκούς απειλής ενός ιού, επιτρέπεται να λειτουργούν μόνο ως τρομοκρατημένες και άρα άβουλες… κοινωνικές μαριονέτες.

Σε αυτή την αποφασιστική καμπή της ανθρώπινης ιστορίας θα πρέπει επομένως να συνειδητοποιήσουμε και κυρίως να ομολογήσουμε ότι δεν διαθέτουμε προφανείς και εύκολες πολιτικές-κοινωνικές λύσεις, ούτε βέβαια και «μαγικές» ιατρικές και επιστημονικές συνταγές για την έξοδο από την βαθύτατη υγειονομική, οικολογική και κοινωνική κρίση που αντιμετωπίζουμε.

Η διαχείριση της πανδημίας μέσω βιοπολιτικής βίας 

Ποιες ακριβώς επιπτώσεις έχει για την ψυχοσωματική υγεία και την κοινωνική ζωή ενός ατόμου η ανησυχαστική εικόνα της πλανητικής «ιογενούς» ανασφάλειας; Είτε το άτομο βιώνει προσωπικά μια πραγματική ιογενή απειλή είτε είναι απλώς θεατής όταν συμβαίνει στους άλλους, αυτή χαράσσεται στη μνήμη του επηρεάζοντας σημαντικά την κοινωνική ζωή του.

Οι εικόνες της πανδημικής ανασφάλειας, της «εγκληματικής» ανευθυνότητας και της παραβίασης των υγειονομικών κανόνων που προβάλλονται καθημερινά από τα περισσότερα ΜΜΕ και ειδικά από την τηλεόραση δημιουργούν στους θεατές φοβικές αντιδράσεις που μολύνουν βαθύτατα την ατομική και την κοινωνική τους ζωή.

Εικόνες ανείπωτης βίας εισβάλλουν από παντού και εγκαθίστανται στο μυαλό μας παραλύοντας τη σκέψη μας. Ετσι δημιουργούνται καθημερινά τα αισθήματα της προσωπικής ανασφάλειας και του συλλογικού πανικού για κάποια επικείμενη ιογενή απειλή, η οποία θα πρέπει να παραμένει επιμελώς απροσδιόριστη.

Η αρχή λειτουργίας αυτού του ψυχολογικού μηχανισμού είναι αρκετά απλή: όσο λιγότερα γνωρίζουμε για την απειλή που ελλοχεύει τόσο περισσότερο απειλητική τη θεωρούμε. Και η συστηματική καλλιέργεια του φόβου που γεννιέται από την άγνοια εξυπηρετεί κατά κανόνα σκοτεινές πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες.

Διότι βέβαια όσο οι φόβοι μας παραμένουν ασαφείς και τα όριά τους ρευστά, τόσο περισσότερο επίφοβοι και απειλητικοί αποδεικνύονται! Η διάδοσή τους μάλιστα εκμεταλλεύεται την αρχή της κοινωνικής επιβεβαίωσης: αφού όλοι οι άλλοι φοβούνται για κάτι, θα πρέπει να το φοβάμαι κι εγώ. Κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα είδος κοινωνικού ντόμινο, που όχι απλώς επιταχύνει, αλλά και πολλαπλασιάζει το αίσθημα του φόβου.

Αυτές οι φοβικές αντιδράσεις, μολονότι βασίζονται σε εγγενείς εγκεφαλικούς μηχανισμούς, δεν είναι, όπως πολύ συχνά λέγεται, τα προϊόντα των «εκ φύσεως» φοβικών εγκεφάλων των θεατών, αλλά προκύπτουν από κάποια συγκεκριμένα και ιδιαίτερα απειλητικά ερεθίσματα. Ομως πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου πως κάθε προσπάθεια για μία π.χ. αποκλειστικά νευροβιολογική εξήγηση του ανθρώπινου φόβου ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει νομιμοποιητικά, εκλογικεύοντας και δικαιολογώντας «επιστημονικά» τις πιο απάνθρωπες και αντικοινωνικές πράξεις εκφοβιστικής βίας.

Ο δημόσιος βομβαρδισμός μας με αρνητικά-φοβιστικά ερεθίσματα είναι επομένως μια ιστορική-πολιτική επιλογή που στοχεύει συνειδητά στον έλεγχο και την περιστολή των βασικών ανθρώπινων βιοψυχολογικών συμπεριφορών. Ετσι εξηγείται το τόσο συχνά διαπιστωμένο -από τα εκλογικά αποτελέσματα και τις δημοσκοπήσεις- γεγονός ότι σοβαρές αλλά απρόσωπες απειλές, όπως η οικολογική καταστροφή και η υπερθέρμανση του πλανήτη, δεν καταφέρνουν να κινητοποιήσουν τους πολίτες εξίσου με τη συντηρητική προπαγάνδα που τους υπόσχεται την επικείμενη εξάλειψη του κορονοϊού και των προβλημάτων της πανδημίας του.

Παραδόξως η νέα βιοπολιτική του διαρκούς φόβου, του τρόμου και του πανικού για την επιδημία της νόσου Covid-19 κατάφερε να επιβληθεί πλανητικά ως αντιστάθμισμα στις δήθεν εγγενείς αδυναμίες της σύγχρονης δημοκρατίας αλλά και ως ένα αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση των εχθρών της. Ετσι το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας και ρευστότητας ευνοεί συνήθως τις πιο συντηρητικές πολιτικές επιλογές των πολιτών, οι οποίοι τρομοκρατημένοι στρέφονται σε αντιδραστικούς πολιτικούς ηγέτες που δημαγωγικά τους υπόσχονται ασφάλεια και σταθερότητα, με αντίτιμο βέβαια τη «θυσία» κάποιων συστηματικά απαξιωμένων κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών.

Μόνο η συστηματική καλλιέργεια και η εσωτερίκευση ασαφών ιογενών απειλών σε συνδυασμό με την ευκολία με την οποία οι τρομοκρατημένοι πολίτες αντιδρούν σε αυτές, παραχωρώντας «οικειοθελώς» τις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους, μας αποκαλύπτουν τις συνήθως αδιαφανείς πτυχές της νέας συντηρητικής βιοπολιτικής διαχείρισης των πιο μύχιων φοβικών μας αντιδράσεων απέναντι στην πανδημία του κορονοϊού.

Categories