Στίγμα στη μνήμη του Μίκη Θεοδωράκη

Κυριάκος Αγγελάκος, Εφη Γιαννοπούλου*

Ποιος άραγε ανέλαβε να συντάξει το ψήφισμα που κατέθεσε η δημοτική αρχή στο συμβούλιο την Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου υπό τον τίτλο «Για απόδοση τιμής στον εκλιπόντα Μίκη Θεοδωράκη»; Και πόσοι άραγε το είδαν πριν κατατεθεί και θεώρησαν ότι το εν λόγω κείμενο αποτίνει τον πρέποντα φόρο τιμής στον Μίκη Θεοδωράκη και συνοψίζει, έστω και στρογγυλεμένα, όπως συνηθίζεται στα ψηφίσματα τέτοιου είδους προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή συναίνεση, τη συμβολή του στην τέχνη, στον πολιτισμό, αλλά και στην ελληνική Ιστορία;

Από το ψήφισμα που κατέθεσε η δημοτική αρχή απουσιάζουν οι λέξεις δημοκρατία, ελευθερία, Αντίσταση, εθνική ανεξαρτησία. Απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στη δράση του Μίκη ενάντια στη ναζιστική κατοχή και τη δικτατορία των συνταγματαρχών, πόσο μάλλον η συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά. Οταν μάλιστα ο ίδιος ο συνθέτης είχε πει πως στον τάφο του θα ήθελε να γράψουν «Πολέμησε τον Δεκέμβρη», κατ’ αναλογία με το επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου.

Περισσεύουν, βέβαια, οι ελληνικούρες, τα «ανυπέρβλητη» και «εμβληματικός», οι ακατανόητες φράσεις όπως η παρακάτω: «το έργο του, το αυθεντικό ταλέντο του αλλά και η ίδια η ζωή του αποτελούν για κάθε άνθρωπο ανεκτίμητα εφόδια», οι δήθεν αντιστίξεις «αγωνιστής και ιδεολόγος, πνευματικός και λαϊκός». Και το αποκορύφωμα, το ψήφισμα του Δήμου Αθηναίων μάς λέει πως το έργο και το ταλέντο του Μίκη Θεοδωράκη «στιγμάτισαν (sic) την ελληνική ιστορία». «Στιγμάτισαν» και όχι το προφανές «σημάδεψαν» ή το πιο λόγιο «άφησαν το στίγμα τους».

Κανείς προφανώς δεν παραξενεύτηκε διαβάζοντάς το, κανείς δεν άνοιξε ένα λεξικό για να διαβάσει τα παρακάτω: στιγματίζω [stiγmatízo] -ομαι Ρ2. : α. κατηγορώ, επικρίνω κτ. ή κπ. με οξύτητα, επισημαίνοντας τον ιδιαίτερα αρνητικό χαρακτήρα των ενεργειών του, τον στηλιτεύω: Φαινόμενα ηθικής παρακμής πρέπει να στιγματίζονται. Στιγματίστηκε δημόσια για την ανέντιμη διαγωγή του. β. αποδίδω σε κπ. ένα βαρύ χαρακτηρισμό, που έχει ως αποτέλεσμα την οριστική ηθική του μείωση ή εξόντωση: H κοινωνία τον στιγμάτισε ως ψεύτη. Οι ανήλικοι παραβάτες του νόμου δεν πρέπει να στιγματίζονται με τη δημοσίευση των ονομάτων τους. Ενας άνθρωπος στιγματισμένος ως κλέφτης δεν μπορεί να βρει εύκολα δουλειά.

Ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη αποτελεί μια ιστορική στιγμή για την ελληνική κοινωνία, όπως ακριβώς και η ζωή του υπήρξε μια διαρκής συνομιλία με την Ιστορία. Τόσο ως καλλιτέχνης όσο και ως πολιτικό πρόσωπο με πλούσια δράση επί πολλές δεκαετίες, ο Μίκης διαμορφώθηκε από αυτή τη συνομιλία, αλλά και πέτυχε όσο κανείς να διαμορφώσει την ταυτότητα του ελληνικού 20ού αιώνα. Η πάνδημη συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατός του ανανέωσε ορμητικά τη σχέση μας με την πρόσφατη Ιστορία μας. Σε αυτή τη συγκυρία, ο Δήμος Αθηναίων καταθέτει ένα κείμενο αδιάφορο, απρόσωπο, στρογγυλεμένο και κακογραμμένο, ένα κείμενο που θα μπορούσε να είχε γραφτεί για τον οποιονδήποτε, για έναν μητροπολίτη ή έναν ακαδημαϊκό. Μια χλιαρή άνοστη σούπα, που θα μπορούσαν να την ψηφίσουν ακόμα και οι φασίστες του Δημοτικού Συμβουλίου, όπως και έκαναν άλλωστε. Το κείμενο ενός γλωσσικά, ιστορικά και πολιτισμικά αναλφάβητου.

Για την ιστορία, η «Ανοιχτή Πόλη» είχε νωρίτερα, για άλλους λόγους, αποχωρήσει από τη συνεδρίαση, ενώ απούσες ήταν η παράταξη του Π. Γερουλάνου «Αθήνα είσαι εσύ» (πλην ενός δημοτικού συμβούλου), η «Ανταρσία στις γειτονιές της Αθήνας» (Π. Κωνσταντίνου) και η «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή στην Αθήνα» (Ντ. Ρέππα). Είναι αυτονόητο πως κανείς δεν θα είχε αντίρρηση με τις προτεινόμενες τιμές προς τον Μίκη Θεοδωράκη, δηλαδή την εκπροσώπηση του δήμου στην κηδεία του, την προκήρυξη διαγωνισμού για να φιλοτεχνηθεί προτομή του που θα τοποθετηθεί σε κεντρικό σημείο της πόλης και την απόδοση του ονόματός του σε κεντρική (ελπίζουμε) οδό της.

*Δημοτικοί σύμβουλοι στον Δήμο Αθηναίων με την «Ανοιχτή Πόλη»

efsyn.gr

Categories