Αναζητώντας ηθική πυξίδα σε αχαρτογράφητα νερά

Δρ. Μιχάλης Kpητικός*

Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναθέσουν σε ειδικές επιτροπές τη χαρτογράφηση των υφιστάμενων και επικείμενων ηθικών προκλήσεων, τον εντοπισμό των πιθανών εστιών ηθικής έντασης και τη γνωμοδότηση επί συγκεκριμένων ερωτημάτων.
Η πανδημία, που δοκιμάζει ολόκληρο τον πλανήτη τα τελευταία δύο χρόνια, όχι μόνο έχει κλονίσει σκληρά το σύνολο των δημόσιων συστημάτων υγείας αλλά έχει θέσει σε αμφισβήτηση την ίδια την ετοιμότητα και ειδική αξία των επιτροπών ειδικών κάθε μορφής να συνδιαμορφώσουν τις σχετικές πολιτικές αποφάσεις και στρατηγικές.

Μια ξεχωριστή κατηγορία συμβουλευτικών επιτροπών είναι και οι επιτροπές βιοηθικής ή/και τεχνολογικής ηθικής, όπως πολλές από αυτές έχουν μετονομαστεί, λόγω των ηθικών διλημμάτων που θέτει η επέλαση των ψηφιακών τεχνολογιών τα τελευταία χρόνια.

Η επέλαση του Covid-19 έχει εγείρει μια σειρά θεμελιωδών ερωτημάτων που άπτονται του τρόπου διανομής των εμβολίων, της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, των μορφών ιχνηλάτησης και του τρόπου χρήσης των πιστοποιητικών ανοσίας/εμβολιασμού.

Μια πρώτη ανάλυση της δράσης των πλέον επιδραστικών επιτροπών βιοηθικής δείχνει τον αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο η πλειονότητα των εθνικών κυβερνήσεων έχει προσφύγει στην κρίση τους. Ενώ στη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου κύματος αρκετές εθνικές επιτροπές βιο/τεχνοηθικής κλήθηκαν να αποφανθούν σε σχέση με την ηθική ορθότητα των μεθόδων ιχνηλάτησης κρουσμάτων και της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, τους τελευταίους μήνες όλες οι μεταγενέστερες αποφάσεις που αφορούσαν, για παράδειγμα, την επέκταση του υποχρεωτικού εμβολιασμού σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού έχουν ληφθεί ερήμην των επιτροπών αυτών.

Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, η κρίση τους υποκαταστάθηκε από εκείνη των εθνικών επιτροπών εμβολιασμού, των αρχών προστασίας προσωπικών δεδομένων ή ακόμα και των δικαστηρίων εκείνων που αποφάνθηκαν για τη συνταγματικότητα των προτεινόμενων μέτρων.

Αυτή η θεσμική ανακολουθία ως προς την «εγκατάλειψη» ή μη αξιοποίηση των επιτροπών αυτών για τον σχεδιασμό των μέτρων έρχεται σε αντιδιαστολή με το γεγονός ότι ζητήματα όπως η επέκταση της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού, τα κίνητρα και αντικίνητρα που συνοδεύουν αυτές τις αποφάσεις –όπως η επιβολή διοικητικών προστίμων– αλλά και οι αποφάσεις για το ποιοι ασθενείς θα εισαχθούν στις ΜΕΘ και ποιοι όχι, όταν η ζήτηση για κλίνες εντατικής θεραπείας υπερβαίνει την προσφορά, έχουν ένα ιδιαίτερα έντονο ηθικό πρόσημο που καθιστά την προσφυγή στην κρίση των επιτροπών αυτών λίαν απαραίτητη.

Γιατί όμως οι επιτροπές αυτές –ακόμα και εκείνες που στελεχώνονται απευθείας από την εκάστοτε κυβέρνηση– δείχνουν να παραγκωνίζονται από την κεντρική διοίκηση σε κρίσιμα χρονικά σημεία; Θεωρείται ότι η όποια προσφυγή στην κρίση τους θα καθυστερήσει σημαντικά τη συνολική διαδικασία λήψης αποφάσεων; Αποτελεί ακόμα μία απόδειξη του ότι τέτοιου είδους συμβουλευτικά όργανα είναι τα πρώτα που θυσιάζονται σχετικά εύκολα στον βωμό της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας; Ή απλά η ατελής αρχιτεκτονική των επιτροπών αυτών με τα περιορισμένα δικαιώματα παρέμβασής τους και την έλλειψη καταστατικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τα καθιστά εύκολα «θύματα» στη σκληρή μάχη ανάμεσα στις επιστημονικές κρίσεις, τις οικονομικές αναλύσεις και τα σχετικά πολιτικά διακυβεύματα;

Οποια απάντηση και να επιλέξει κανείς, η αδυναμία οργανικής εμπλοκής των επιτροπών στις σχετικές διαδικασίες απόφασης αλλά και η μη χρήση εκ μέρους τους του ίδιου του δικαιώματος να διατυπώσουν τη γνώμη τους αυτοβούλως σε τόσο κρίσιμα θέματα, έχει οδηγήσει στην a la carte χρησιμοποίησή τους.

Η ασύμμετρη εμπλοκή τους αντανακλά τον αποσπασματικό και ταυτόχρονα εργαλειακό τρόπο με τον οποίο η πολιτική εξουσία αντιλαμβάνεται τον ρόλο τους. Η προσέγγιση αυτή είναι δυστυχώς μυωπική, καθώς στο πλαίσιο της πανδημίας προκύπτουν καθημερινά νέες ηθικές προκλήσεις που εκφεύγουν του στενού επιστημονικού ή τεχνοκρατικού επιπέδου και οι οποίες χρήζουν λεπτομερούς ανάλυσης από τους κατεξοχήν ειδικούς.

Ειδικά σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας, όταν πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα, όπως κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να βασίζουν αποφάσεις τους όχι αποκλειστικά σε επιστημονικά δεδομένα αλλά και σε σαφή ηθικά κριτήρια και κατευθύνσεις για μια σειρά θεμάτων όπως η διαλογή και κατανομή ασθενών και τα δικαιώματα εμβολιασμένων και μη.

Οι επιτροπές αυτές παραμένουν ο πλέον κατάλληλος θεσμικός φορέας όχι μόνο για τον εντοπισμό των ηθικών προκλήσεων που προκύπτουν από την πανδημία, αλλά και για τη διαμόρφωση αυτών των κριτηρίων που θα υπαγορεύονται από την ηθική της κλινικής ιατρικής, την ηθική της κλινικής έρευνας και την ηθική της δημόσιας υγείας, την ανάγκη προστασίας της αυτονομίας του ατόμου αλλά και τις αρχές της αλληλεγγύης και της αναλογικότητας.

Κρίνεται επομένως απαραίτητο οι επιτροπές αυτές να εμπλακούν πιο ενεργά, με τρόπο ανεξάρτητο και ριζοσπαστικό στον δημόσιο διάλογο και στην ίδια τη διαδικασία λήψης μελλοντικών αποφάσεων ή ακόμα και στην εκ των υστέρων αξιολόγηση των ήδη ληφθέντων μέτρων. Αυτό βέβαια προϋποθέτει μια αλλαγή πλεύσης από την πλευρά των κυβερνήσεων που πρέπει να αναγνωρίσουν την ανάγκη να αναθέσουν στις εξειδικευμένες αυτές επιτροπές τη διαρκή στάθμιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος από ηθικής πλευράς στο πλαίσιο της πανδημίας και να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις τους για το πώς πρέπει να βελτιωθεί η ηθικο-κοινωνική διαχείριση ενός ιδιαίτερα δυναμικού φαινομένου με τρόπο διαφανή και συμμετοχικό.

Πιο συγκεκριμένα, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναθέσουν στις επιτροπές αυτές τη χαρτογράφηση των υφιστάμενων και επικείμενων ηθικών προκλήσεων, τον εντοπισμό των πιθανών εστιών ηθικής έντασης και τη γνωμοδότηση επί συγκεκριμένων ερωτημάτων που θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν λεπτομερή οδικό χάρτη για τις διαδικασίες και τα πρωτόκολλα που πρέπει να ακολουθηθούν για τη διαχείριση των ΜΕΘ και τον τρόπο αύξησης της εμβολιαστικής κάλυψης. Κυρίως όμως πρέπει να ενισχύσουν την ανεξαρτησία τους και τον «επεμβατικό» τους χαρακτήρα μέσω και της θέσπισης της υποχρέωσης παροχής γνωμοδότησης, να θωρακίσουν την αυτονομία τους και κυρίως να τις περιβάλλουν με την απαραίτητη θεσμική εμπιστοσύνη.

Δεδομένης της οξύτητας του προβλήματος, επιβάλλεται η συστηματική και κυρίως άμεση χρήση του συνόλου του διαθέσιμου θεσμικού οπλοστασίου –που περιλαμβάνει και τις συγκεκριμένες επιτροπές– για τη διευθέτηση εκείνων των ηθικών και κοινωνικών προκλήσεων που συνδέονται με τον τρόπο αναχαίτισης του ιού. Συνεπώς, και διδασκόμενοι από τη σχετική διεθνή εμπειρία και τον τρόπο με τον οποίο κάποιες χώρες έχουν κινητοποιήσει τοπικές και εθνικές επιτροπές ηθικής, πρέπει να προσφερθεί επαρκής δημόσιος χώρος στα συμβουλευτικά αυτά όργανα για να εισφέρουν τη γνώση τους και να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού και διαλεκτικού πλαισίου επίλυσης του προβλήματος κατά τρόπο συνθετικό και κυρίως ανθρωποκεντρικό.

*Ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ και ερευνητικός εταίρος σε θέματα Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης στο Κέντρο Ψηφιοποίησης, Δημοκρατίας και Καινοτομίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών

efsyn.gr

 

Categories